Μήνυση κατά παντός υπευθύνου από έξι περιβαλλοντικές οργανώσεις για τη δολοφονία εννέα Μαυρόγυπων και ακόμα 16 άγριων ζώων στη Δαδιά
Στη Δικαιοσύνη οδηγείται ένα από τα μεγαλύτερα περιστατικά μαζικής δηλητηρίασης άγριας ζωής που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα, με θύματα εννέα Μαυρόγυπες και ακόμη 16 άγρια ζώα στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς–Λευκίμης–Σουφλίου.
Έξι μήνες μετά τον εντοπισμό των δηλητηριασμένων ζώων, έξι περιβαλλοντικές οργανώσεις κατέθεσαν κοινή μήνυση κατά παντός υπευθύνου ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, ζητώντας να διερευνηθεί πλήρως η υπόθεση και να εντοπιστούν οι δράστες.
Το περιστατικό καταγράφηκε στις 11 Μαρτίου 2026, σε μια περίοδο κατά την οποία ο ήδη εύθραυστος πληθυσμός του Μαυρόγυπα στη Δαδιά επιχειρούσε να ανακάμψει από τις δύο καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν την περιοχή.
Ποιοι κατέθεσαν τη μήνυση
Την κοινή μήνυση κατέθεσαν οι οργανώσεις:
- ΑΝΙΜΑ
- Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης
- Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία
- Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης
- Καλλιστώ
- WWF Ελλάς
Οι έξι οργανώσεις συμμετέχουν στην Ομάδα Εργασίας Ενάντια στα Δηλητηριασμένα Δολώματα και ζητούν από τις αρμόδιες αρχές να διερευνήσουν όλες τις πτυχές της υπόθεσης.
Στην ανακοίνωσή τους χαρακτηρίζουν το περιστατικό «ένα από τα μεγαλύτερα περιστατικά μαζικής δηλητηρίασης άγριας ζωής στην Ελλάδα» και εκείνο που έπληξε με τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα σφοδρότητα τον απειλούμενο πληθυσμό του Μαυρόγυπα στη Δαδιά.
Τα 25 νεκρά ζώα που εντοπίστηκαν
Η έρευνα στην περιοχή αποκάλυψε μια εκτεταμένη αλυσίδα θανάτου. Συνολικά εντοπίστηκαν νεκρά 25 άγρια ζώα:
- Εννέα Μαυρόγυπες
- Τέσσερις Γερακίνες
- Τέσσερις Κόρακες
- Ένας Λύκος
- Πέντε Αλεπούδες
- Δύο Κουνάβια
Παράλληλα, τρεις ακόμη Μαυρόγυπες βρέθηκαν εγκαίρως ζωντανοί, αλλά παρουσίαζαν συμπτώματα δηλητηρίασης.
Η σύνθεση των νεκρών ζώων αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα δηλητηριασμένα δολώματα. Δεν πλήττουν μόνο το είδος που ενδεχομένως επιδιώκει να εξοντώσει ο δράστης. Δημιουργούν μια ανεξέλεγκτη τροφική αλυσίδα θανάτου, καθώς τα δηλητηριασμένα πτώματα καταναλώνονται από πτωματοφάγα πτηνά και άλλα ζώα.
Το χτύπημα ήρθε μέσα στην αναπαραγωγική περίοδο
Το περιστατικό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή σημειώθηκε εν μέσω της αναπαραγωγικής περιόδου του Μαυρόγυπα.
Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, ζευγάρια του είδους είχαν φωλιάσει επιτυχώς σε τεχνητές φωλιές που είχε εγκαταστήσει ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής στο Εθνικό Πάρκο.
Οι τεχνητές φωλιές αποτελούν μέρος των παρεμβάσεων που υλοποιούνται για τη διατήρηση του πληθυσμού μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2023, η οποία κατέστρεψε σημαντικό τμήμα του δασικού οικοσυστήματος και φυσικών θέσεων φωλεοποίησης.
Η απώλεια εννέα ατόμων ενός απειλούμενου και βραδέως αναπαραγόμενου είδους δεν αποτιμάται μόνο αριθμητικά. Κάθε ενήλικος Μαυρόγυπας μπορεί να αντιστοιχεί σε ενεργό αναπαραγωγικό άτομο και η απώλειά του να επηρεάζει τον πληθυσμό για πολλά χρόνια.
Γιατί ο Μαυρόγυπας της Δαδιάς είναι τόσο σημαντικός
Ο Μαυρόγυπας αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα είδη της ελληνικής ορνιθοπανίδας. Το Δάσος της Δαδιάς φιλοξενεί τον μοναδικό αναπαραγόμενο πληθυσμό του είδους στα Βαλκάνια, γεγονός που προσδίδει στην περιοχή ευρωπαϊκή και διεθνή σημασία.
Ως πτωματοφάγο πτηνό, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην υγεία του οικοσυστήματος. Καταναλώνει νεκρά ζώα, συμβάλλοντας στην απομάκρυνση οργανικού υλικού και στον περιορισμό της διάδοσης ασθενειών.
Η αναπαραγωγή του είναι αργή, καθώς τα ζευγάρια αποκτούν συνήθως έναν νεοσσό ανά αναπαραγωγική περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι οι μαζικές απώλειες ενηλίκων δεν μπορούν να αναπληρωθούν γρήγορα.
Τρεις δεκαετίες δηλητηριάσεων στη Θράκη
Τα στοιχεία που παρουσίασαν οι οργανώσεις δείχνουν ότι το περιστατικό του Μαρτίου δεν αποτελεί μεμονωμένο συμβάν.
Από το 1995 έως το 2025 είχαν εντοπιστεί στη Θράκη συνολικά 33 δηλητηριασμένοι Μαυρόγυπες. Οι 22 από αυτούς είχαν βρεθεί μέσα στα όρια του Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς–Λευκίμης–Σουφλίου.
Με τη δηλητηρίαση των εννέα ακόμη πτηνών τον Μάρτιο του 2026, ο καταγεγραμμένος αριθμός αυξάνεται δραματικά. Οι πραγματικές απώλειες ενδέχεται να είναι μεγαλύτερες, καθώς δεν εντοπίζονται όλα τα δηλητηριασμένα ζώα και πολλά περιστατικά δεν καταγράφονται ποτέ.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η πλειονότητα των υποθέσεων δηλητηρίασης άγριας ζωής παραμένει ανεξιχνίαστη. Η ατιμωρησία περιορίζει την αποτρεπτική ισχύ της νομοθεσίας και επιτρέπει τη συνέχιση μιας πρακτικής με καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρα οικοσυστήματα.
Οι οργανώσεις μιλούν για στοιχεία οργανωμένης δράσης
Οι οργανώσεις ζητούν να διερευνηθεί εάν η έκταση του περιστατικού και ο τρόπος τοποθέτησης των δολωμάτων παραπέμπουν σε προσχεδιασμένη και οργανωμένη εγκληματική ενέργεια.
Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί ισχυρισμό των μηνυτών και θα πρέπει να αξιολογηθεί από τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές. Δεν συνιστά ακόμη δικαστικά διαπιστωμένο γεγονός.
«Αν το συγκεκριμένο περιστατικό ακραίας εγκληματικής δράσης με στοιχεία οργανωμένου εγκλήματος παραμείνει ανεξιχνίαστο και τελικά ατιμώρητο, θα δώσει το τελειωτικό χτύπημα στις προσπάθειες δεκαετιών ώστε η δηλητηρίαση της άγριας ζωής να τύχει της αντιμετώπισης που απαιτείται», υπογραμμίζουν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις.
Με τη μήνυση ζητούν να αξιοποιηθεί κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο, από τις τοξικολογικές εξετάσεις και τη χαρτογράφηση των δολωμάτων μέχρι ενδεχόμενο οπτικό υλικό, τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και μαρτυρίες από την περιοχή.
Τι προβλέπει η νομοθεσία για τις φόλες
Η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων απαγορεύεται και μπορεί να ενεργοποιήσει περισσότερες διατάξεις της ποινικής, δασικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, τα είδη που θανατώθηκαν και την πρόθεση του δράστη.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του ΟΦΥΠΕΚΑ για το νομικό πλαίσιο, η τοποθέτηση δηλητηριασμένων δολωμάτων μπορεί να επισύρει ποινή φυλάκισης έως δέκα έτη και χρηματική ποινή που μπορεί να φτάσει τα 50.000 ευρώ.
Ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός της υπόθεσης της Δαδιάς, οι διατάξεις που θα εφαρμοστούν και τυχόν ποινικές ευθύνες θα κριθούν από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Η κατάθεση μήνυσης κατά παντός υπευθύνου δεν σημαίνει ότι έχει ταυτοποιηθεί ή κατηγορηθεί συγκεκριμένο πρόσωπο.
Το παράδειγμα της Ισπανίας και της Βουλγαρίας
Οι οργανώσεις επικαλούνται τα παραδείγματα της Ισπανίας και της Βουλγαρίας για να υποστηρίξουν ότι η αντιμετώπιση των δηλητηριασμένων δολωμάτων είναι εφικτή όταν υπάρχει συντονισμένη κρατική πολιτική.
Στην Ισπανία, η συγκρότηση ειδικών μονάδων, η χρήση εκπαιδευμένων σκύλων ανίχνευσης, η συστηματική τοξικολογική διερεύνηση και η επιβολή κυρώσεων συνέβαλαν στον περιορισμό περιστατικών σε συγκεκριμένες περιοχές.
Στη Βουλγαρία, αρμόδιες αρχές έχουν εξιχνιάσει αντίστοιχες υποθέσεις εγκλημάτων κατά της άγριας πανίδας. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι τα παραδείγματα αυτά καταρρίπτουν την αντίληψη πως οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων είναι πρακτικά αδύνατο να εντοπιστούν.
Μια υπόθεση που θα κρίνει την αξιοπιστία της προστασίας στη Δαδιά
Η Δαδιά δεν έχει ακόμη επουλώσει τις πληγές από τις μεγάλες πυρκαγιές. Η απώλεια δασικών εκτάσεων και θέσεων φωλεοποίησης έχει ήδη καταστήσει δυσκολότερη την επιβίωση και αναπαραγωγή των προστατευόμενων ειδών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μαζική δηλητηρίαση εννέα Μαυρόγυπων δεν αποτελεί μόνο έγκλημα κατά μεμονωμένων ζώων. Υπονομεύει πολυετείς δράσεις προστασίας, επιστημονικά προγράμματα, δημόσιες επενδύσεις και την προσπάθεια αποκατάστασης ενός οικοσυστήματος διεθνούς σημασίας.
Η εξιχνίαση της υπόθεσης θα αποτελέσει δοκιμασία για την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού απέναντι στα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής. Αντίθετα, μια ακόμη ανεξιχνίαστη δηλητηρίαση θα ενισχύσει την αίσθηση ότι, παρά τις αυστηρότερες ποινές, οι δράστες μπορούν να ενεργούν χωρίς πραγματικό φόβο εντοπισμού και τιμωρίας.