Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Ιωάννα Παπαντωνίου: Έφυγε η αρχιτέκτονας της μνήμης του ελληνικού ενδύματος

Η ενδυματολόγος, σκηνογράφος, ερευνήτρια, Ιωάννα Παπαντωνίου, ιδρύτρια του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Β. Παπαντωνίου» στο Ναύπλιο, έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω της ένα έργο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται το ένδυμα, τη μορφή και την ιστορική μνήμη.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου υπήρξε μια σπάνια μορφή στον χώρο του ελληνικού πολιτισμού. Ένας άνθρωπος που αντιμετώπισε το ένδυμα ως πρωτογενές ιστορικό τεκμήριο, που μελετούσε το ρούχο και άκουγε μέσα του τον θόρυβο της εποχής: εργασία, στέρηση, κοινωνική ιεραρχία, πένθος, γάμο, επιθυμία για ομορφιά ή για δήλωση ταυτότητας και πρόθεσης. Όλα κρυμμένα σε μια ραφή, σε ένα κουμπί, σε μια πτύχωση.

Η απώλειά της φτωχαίνει το θέατρο, τα μουσεία, την έρευνα, την εκπαίδευση, τη μόδα. Θυμίζει όμως και την υποχρέωση μιας χώρας να προστατεύει ό,τι θέλει χρόνο, μέθοδο, επιτόπια γνώση, σεβασμό. Έσπασε στερεότυπα και άβατα από νωρίς -ήταν η πρώτη γυναίκα ενδυματολόγος και σκηνογράφος στο Εθνικό Θέατρο καταργώντας μια συνθήκη 39 ετών.

H Iωάννα Παπαντωνίου με τον Κάρολο Κουν με τον οποίο συνεργάστηκε στο Θέατρο Τέχνης

H Iωάννα Παπαντωνίου με τον Κάρολο Κουν με τον οποίο συνεργάστηκε στο Θέατρο Τέχνης

Ίδρυσε το Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου προς τιμή του πατέρα της. Οργάνωσε και παρουσίασε δεκάδες εκθέσεις και εκδόσεις για τις ελληνικές τοπικές φορεσιές και την μόδα, δίδαξε στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Πατρών, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Ο όρος «παραδοσιακή φορεσιά» την έκανε να δυσφορεί. Έβλεπε την ενδυμασία ως ζώσα ύλη που αλλάζει στον χρόνο και στον τόπο. Η ιδέα της παράδοσης για την Ιωάννα Παπαντωνίου είχε κίνηση και ιστορία, γινόταν εργαστήριο και πεδίο παρατήρησης.

Μια από τις πρώτες, σχεδόν μυθικές εικόνες της ζωής της έρχεται από το Παρίσι του 1947, όπου είδε από κοντά το  λανσάρισμα του «New Look» του Dior, χάρη στην Ελευθερία, την μοδίστρα και φίλη της μητέρας της. Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι ήταν, που όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο ζωγράφισε όσα είδε, ουσιαστικά δημιουργώντας τον πρώτο της κώδικα να βλέπει, να μελετά, να ερευνά το ένδυμα.

Αυτή η σκηνή από την προεφηβική ηλικία λειτουργεί ως πορτρέτο ενός ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο μέσω της μορφής.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που την συγκίνησε ή έστω την εντυπωσίασε η μόδα. Περιέγραφε πώς μικρό παιδί είχε μείνει άφωνη με τα κοστούμια στην παράσταση «Εύθυμη Χήρα» που είχε δει με τους γονείς της στο θέατρο Ολύμπια. Καθόλου τυχαία, σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art στο Λονδίνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δούλεψε στο θέατρο με ακρίβεια, αυστηρότητα, αφοσίωση. Η πρώτη επαγγελματική της δουλειά ήταν σκηνικά και κοστούμια στον «Κοριό» του Μαγιακόφσκι, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που της άνοιξε την πόρτα στο Εθνικό Θέατρο.

Υπήρξε η πρώτη γυναίκα σκηνογράφος στην Επίδαυρο. Το γεγονός αυτό καταγράφεται ως ιστορικό άνοιγμα ενός κλειστού χώρου, μια μετατόπιση που έφερε μαζί της κύρος και ευθύνη. Η μεγάλη της κληρονομιά, ωστόσο, στεγάστηκε στο Ναύπλιο. Το 1974 ίδρυσε το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου», σήμερα Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου (ΙΒΠ). Έναν οργανισμό έρευνας, τεκμηρίωσης, συντήρησης και εκπαίδευσης, με συλλογές που μεγάλωσαν σε δεκαετίες μεθοδικής δουλειάς. Το 1981 το Ίδρυμα τιμήθηκε με το European Museum of the Year Award.

Η σπουδαία Ιωάννα Παπαντωνίου -που όσο σπουδαίο έργο έκανε, άλλο τόσο αθόρυβη επέλεγε να είναι, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας- στην ζωή της πάλεψε για να διασώσει λεπτομέρειες που, όταν χάνονται, θρυμματίζεται η ίδια η ταυτότητα. Διέσωσε τεχνικές ύφανσης, οικονομίες κοπής, συμβολισμούς κοσμημάτων, κώδικες πένθους και γιορτής, τη σοβαρότητα του παραδοσιακού χορού ως τελετουργίας. Είχε ευαισθησία απέναντι στην παραποίηση: στις «στολές» που αναπαράγουν μια ψευδή εικόνα, στις εύκολες μιμήσεις, στη μετατροπή του βιώματος σε φολκλόρ.

Η αυστηρότητά της είχε ρίζα την αγάπη. Το κιτς και το φολκλόρ την πλήγωναν, επειδή έκοβε τη σύνδεση με την αλήθεια του αντικειμένου. Η έμπνευση, για εκείνη, απαιτούσε ανάλυση, γνώση, μεταγραφή σε νέο πεδίο. Μιλούσε για μορφολογικά στοιχεία που μπορούν να γεννήσουν σύγχρονες αναγνώσεις, με τον τρόπο που άλλοι πολιτισμοί μετέτρεψαν την παράδοση σε σύστημα και όχι σε φετίχ ή τουριστικό προϊόν.

Είδε επίσης το ένδυμα ως παρόν και ως μέλλον. Οραματίστηκε ένα Μουσείο Ενδύματος ως χώρο εργασίας, μαθητείας, τεχνικών, συνεργασιών. Μιλούσε για αποθήκες, πάγκους, τραπέζια, ανθρώπους που μαθαίνουν πώς γίνεται ένα κορδόνι, ένα παπούτσι, ένα ύφασμα. Το ένδυμα, στη σκέψη της, είχε κοινωνική, ιστορική, βιομηχανική, ψυχολογική διάσταση.

Η σχέση της με την Παιδεία ήταν απαιτητική. Περιέγραφε με απογοήτευση τη ρήξη των νέων με την ελληνική τέχνη και τη στοιχειώδη πολιτισμική γνώση. Η κριτική της στόχευε στο σύστημα που αφήνει τους ανθρώπους χωρίς εργαλεία, χωρίς ζωντανή εικόνα του τι σημαίνει πολιτισμός ως καθημερινή εμπειρία.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει όμως και στο ήθος της, σε εκείνη την παλαιάς κοπής συναίσθηση χρέους που είχε προς τον τόπο. Η ίδια αφιέρωσε περιουσία, χρόνο, επιμονή για να σταθεί όρθιο ένα ίδρυμα που υπηρετεί τη μνήμη και τη γνώση. Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμα για τον θάνατό της, το ΙΒΠ μιλά για μια ακούραστη δημιουργό και δασκάλα, με βαθιά καλλιέργεια και αγάπη για τον πολιτισμό.

Αν κρατήσουμε μία εικόνα, ας είναι το βλέμμα της πάνω σε κάθε ενδυμασία που ήταν σαν να διαβάζει χειρόγραφο. Ένα βλέμμα που έβλεπε το αληθινό ως ευθύνη και που είχε την βεβαιότητα ότι ο πολιτισμός χτίζεται από μικρά πράγματα που σώζονται εγκαίρως.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο