Ίμβρος: «Διώξαμε τους Έλληνες και τώρα παίζουμε τα τραγούδια τους» – Η επιστροφή σε μια πατρίδα που δεν ξέχασαν
Κάθε Δεκαπενταύγουστο, τα ελληνικά ακούγονται ξανά έντονα στα χωριά της Ίμβρου. Εκατοντάδες άνθρωποι που εγκατέλειψαν το νησί πριν από δεκαετίες, αλλά και οι απόγονοί τους, επιστρέφουν για τη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, αναζητώντας παράλληλα τη σύνδεση με έναν τόπο που εξακολουθούν να θεωρούν πατρίδα τους.
Ανάμεσά τους βρίσκεται ο 77χρονος Ντίνο Χαϊμάντος, ο οποίος κάθε καλοκαίρι γυρίζει στο χωριό όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Έφυγε από την Ίμβρο το 1964, σε ηλικία 13 ετών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιδεινώνονταν δραματικά εξαιτίας του Κυπριακού. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και λίγα χρόνια αργότερα μετακόμισε στο Σίδνεϊ.
Παρά τις δεκαετίες που πέρασαν, η σχέση του με το νησί δεν χάθηκε.
«Γεννήθηκα εδώ και εξακολουθώ να νιώθω σαν στο σπίτι μου. Αγαπώ τους δρόμους, τους ανθρώπους. Πηγαίναμε μαζί σχολείο, τα πηγαίναμε καλά», είπε στο AFP.
Ο Δεκαπενταύγουστος ξαναζωντανεύει τα ελληνικά χωριά
Η μεγαλύτερη ετήσια επιστροφή των Ιμβρίων πραγματοποιείται γύρω από τη γιορτή της Παναγίας. Οι καμπάνες των εκκλησιών, οι λειτουργίες, οι ελληνικές ευχές και οι παραδοσιακοί χοροί αλλάζουν για λίγες ημέρες την εικόνα των χωριών.
Στο νησί βρίσκεται κάθε χρόνο για τις εκδηλώσεις και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος γεννήθηκε στην Ίμβρο και σήμερα, σε ηλικία 86 ετών, αποτελεί τον πνευματικό ηγέτη εκατοντάδων εκατομμυρίων Ορθόδοξων Χριστιανών σε όλο τον κόσμο.
Η φετινή γιορτή περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, πομπή με ορθόδοξες εικόνες και παραδοσιακούς ελληνικούς χορούς, ενώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης τέλεσε την πολύωρη Θεία Λειτουργία.
Πίσω, ωστόσο, από τη γιορτινή εικόνα παραμένει έντονος ο προβληματισμός για το μέλλον της ελληνικής κοινότητας και τη διατήρηση της πολιτιστικής της κληρονομιάς.
Από την ελληνική πλειοψηφία στη μαζική φυγή
Με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Οι ισορροπίες στο νησί άλλαξαν δραματικά τις επόμενες δεκαετίες και ιδιαίτερα από το 1964. Μέσα στο κλίμα έντασης που είχε δημιουργήσει το Κυπριακό, οι τουρκικές αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία της Ίμβρου, ενώ κοντά στο Σχοινούδι δημιουργήθηκε ανοικτή αγροτική φυλακή σε απαλλοτριωμένη έκταση.
Πολλές ελληνικές οικογένειες άρχισαν τότε να εγκαταλείπουν το νησί.
Ο κτηνοτρόφος Γιώργος Μπάκης θυμάται εκείνα τα χρόνια ως μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο.
«Οι κρατούμενοι εμφανίζονταν ψάχνοντας για αλκοόλ και υπήρχαν κλοπές και δολοφονίες… Δεν μου αρέσει να τα θυμάμαι», ανέφερε στο AFP, σημειώνοντας ότι ένας ξάδελφός του είχε δολοφονηθεί.
Η έξοδος των Ελλήνων επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά τα γεγονότα του 1974 στην Κύπρο.
Η προσπάθεια να ξαναγεννηθεί η κοινότητα
Τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια επιστροφής και αναβίωσης της ελληνικής παρουσίας στην Ίμβρο. Καθοριστικό βήμα αποτέλεσε η επαναλειτουργία ελληνικού σχολείου το 2013, έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα.
Ο 52χρονος τραγουδιστής Στέλιος Μπερμπέρ είναι ένας από εκείνους που αποφάσισαν να γυρίσουν μόνιμα. Επέστρεψε πριν από πέντε χρόνια και μαζί με τη σύζυγό του, Πελίν, διατηρεί πέτρινη ταβέρνα στους Αγίους Θεοδώρους, το χωριό όπου γεννήθηκε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Τα βράδια ερμηνεύουν ρεμπέτικα τραγούδια, μουσική άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσφυγιά, τις χαμένες πατρίδες και τη νοσταλγία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου 600 Έλληνες επέστρεψαν για να ζήσουν στο νησί μετά την επαναλειτουργία του ελληνικού σχολείου. Πρόκειται για σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2005, όταν είχαν απομείνει λιγότεροι από 70.
Παρά την επιστροφή, όμως, ο ελληνικός πληθυσμός εξακολουθεί να αποτελεί μικρό τμήμα των περίπου 7.000 μόνιμων κατοίκων της Ίμβρου. Το καλοκαίρι ο συνολικός πληθυσμός του νησιού αυξάνεται ακόμη και στις 30.000.
Για τον Μπερμπέρ, ο χρόνος αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο αντίπαλο στην προσπάθεια διάσωσης της παράδοσης.
«Ο πολιτισμός μας σβήνει», είπε.
Το εγκαταλελειμμένο Σχοινούδι και η Τένεδος
Η πιο έντονη εικόνα της εγκατάλειψης συναντάται στο Σχοινούδι, άλλοτε ένα από τα πλουσιότερα χωριά της Ίμβρου. Μεγάλο μέρος του παραμένει σήμερα ερειπωμένο, με εγκαταλελειμμένα ελληνικά σπίτια να θυμίζουν τον πληθυσμό που κάποτε ζούσε εκεί.
Παρόμοια ήταν η εξέλιξη και στη γειτονική Τένεδο. Σύμφωνα με το AFP, στο νησί έχουν απομείνει μόλις 15 Έλληνες, όλοι ηλικιωμένοι.
Εδώ και δεκαετίες, ο Χακάν Γκιουρουνέι προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανές τις μνήμες της παλιάς Τενέδου μέσα από ένα μικρό ιδιωτικό μουσείο, στο οποίο συγκεντρώνει αντικείμενα της καθημερινής ζωής, παλιές καρτ ποστάλ, βιβλία προσευχής και άλλα τεκμήρια της ιστορίας του νησιού.
Περιγράφοντας με μια φράση την αντίφαση ανάμεσα στο παρελθόν και το σήμερα, είπε:
«Διώξαμε τους Έλληνες και τώρα παίζουμε τα τραγούδια τους στα εστιατόριά μας».