Η Formula 1 μπήκε από το 2026 σε μια νέα εποχή, όχι μόνο εξαιτίας των καινούργιων μονοθεσίων και των αλλαγών στις μονάδες ισχύος, αλλά και λόγω των καυσίμων που χρησιμοποιούν. Τα λεγόμενα Advanced Sustainable Fuels είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του πρωταθλήματος και η εξέλιξή τους συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τιμή του νέου βιώσιμου καυσίμου μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 500 ευρώ ανά λίτρο. Με δεδομένο ότι ένα μονοθέσιο του 2026 διαθέτει ρεζερβουάρ χωρητικότητας περίπου 100 λίτρων, ανάλογα και με το μοντέλο, ένα πλήρες γέμισμα μπορεί να αντιστοιχεί σε κόστος που αγγίζει τα 25.000 ευρώ.
Η εκτόξευση αυτή δεν είναι άσχετη με τις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες, οι οποίες επηρεάζουν το κόστος παραγωγής, των μεταφορών και των πρώτων υλών. Ωστόσο, πίσω από την υψηλή τιμή βρίσκεται κυρίως μια τεράστια τεχνολογική προσπάθεια.
Τα νέα καύσιμα πρέπει να μπορούν να αντικαταστήσουν τα ορυκτής προέλευσης χωρίς να απαιτούνται αλλαγές στους κινητήρες. Μπορούν να παραχθούν από δεσμευμένο άνθρακα, αστικά απόβλητα και μη εδώδιμη βιομάζα, αποτελώντας ουσιαστικά μια «drop-in» λύση για τους κινητήρες της Formula 1.
Μια κούρσα τεχνολογικής εξέλιξης
Η Formula 1 περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως μια ιδιαίτερα έντονη κούρσα ανάπτυξης καυσίμων, η οποία μπορεί να έχει οφέλη που ξεπερνούν τα όρια του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Οι κατασκευαστές και οι συνεργάτες τους καλούνται να βρουν διαρκώς νέες λύσεις, με στόχο να συνδυάσουν απόδοση, αξιοπιστία και βιωσιμότητα.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Audi. Η BP, τεχνολογικός συνεργάτης της, αξιολόγησε 70 διαφορετικά συστατικά, δημιούργησε 400 δείγματα και δοκίμασε 200 διαφορετικά μείγματα για τη νέα μονάδα ισχύος. Παράλληλα, έστειλε συνολικά 240.000 λίτρα καυσίμου δοκιμών στις εγκαταστάσεις της Audi στο Neuburg.
Όπως εξήγησε ο Luc Jolly, επικεφαλής των υγρών καυσίμων motorsport της BP, η διαδικασία απαίτησε σε μεγάλο βαθμό μια νέα αρχή, καθώς αρκετά από τα ορυκτά συστατικά που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν δεν ήταν πλέον διαθέσιμα.
Το ζητούμενο για κάθε κατασκευαστή είναι η σωστή ισορροπία. Αν το περιθώριο ασφαλείας είναι υπερβολικά μεγάλο, χάνεται απόδοση. Αντίθετα, η υπερβολική πίεση για περισσότερη ισχύ μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αξιοπιστία. Η πραγματική πρόκληση είναι να βρεθεί το σημείο στο οποίο ο κινητήρας παραμένει αξιόπιστος, ενώ ταυτόχρονα αποδίδει στο μέγιστο.
Και όπως επισημαίνεται, στην πρώτη χρονιά εφαρμογής της νέας τεχνολογίας υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο για περαιτέρω βελτίωση.
Από το εργαστήριο στην πίστα
Ο οδηγός δεν συμμετέχει άμεσα στη χημική ανάπτυξη του καυσίμου, όμως βλέπει από κοντά έναν κόσμο στον οποίο κάθε εξάρτημα εξελίσσεται διαρκώς.
Ο Gabriel Bortoleto έχει περιγράψει χαρακτηριστικά τη διαφορά ανάμεσα στην αγωνιστική πραγματικότητα πριν από τη Formula 1 και σε αυτήν που συνάντησε στο κορυφαίο επίπεδο. Ως οδηγός, είχε μάθει να βελτιώνει συνεχώς την τεχνική του πίσω από το τιμόνι. Στη Formula 1, όμως, η εξέλιξη είναι συνολική: αυτοκίνητο, κινητήρας, καύσιμο και κάθε επιμέρους εξάρτημα αποτελούν κομμάτια μιας διαρκούς διαδικασίας καινοτομίας.
Η νέα τεχνολογία αφορά όλες τις ομάδες. Mercedes, McLaren και οι υπόλοιποι κατασκευαστές βρίσκονται στην ίδια κούρσα, ενώ η Ferrari συνεργάζεται με τη Shell για την ανάπτυξη του δικού της καυσίμου.
Τι αλλάζει από το 2027
Η εξέλιξη, πάντως, δεν σταματά στην τρέχουσα μορφή των καυσίμων. Από το 2027 προβλέπεται νέα αλλαγή στη ροή καυσίμου, με στόχο να επιτευχθεί διαφορετική ισορροπία ανάμεσα στην ισχύ που προέρχεται από τον θερμικό κινητήρα και εκείνη του ηλεκτρικού συστήματος.
Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι θα διοχετεύεται περισσότερο καύσιμο στον κινητήρα. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο το καύσιμο αξιοποιείται και μετατρέπεται σε απόδοση.
Η Formula 1, επομένως, βρίσκεται ήδη μέσα σε μια νέα τεχνολογική πραγματικότητα. Το καύσιμο δεν είναι πλέον απλώς το μέσο που κινεί ένα μονοθέσιο, αλλά ένα ακόμη πεδίο όπου οι ομάδες και οι τεχνολογικοί τους συνεργάτες αναζητούν το τελευταίο εκατοστό απόδοσης.
Και αν η τεχνολογία συνεχίσει να εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό, το μεγάλο ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι μόνο πόσο γρήγορα μπορούν να κινηθούν τα μονοθέσια, αλλά και πόσο οικονομικά μπορεί να παραχθεί το καύσιμο που τα κινεί.