Η νέα AI σειρά του σκηνοθέτη Ντάρεν Αρονόφσκι προκαλεί σάλο στις ΗΠΑ -«Τι φρικτή εποχή για να έχεις μάτια»
Ο σκηνοθέτης πίσω από το Requiem for a Dream, το Black Swan και το The Fountain έφτιαξε μια δραματική σειρά για την Αμερικανική Επανάσταση, σχεδόν εξ ολοκλήρου παραγόμενη από τεχνητή νοημοσύνη.
Η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη στις δημιουργικές βιομηχανίες έχει εξελιχθεί σε ανοιχτό πόλεμο χαρακωμάτων: από τη μία οι υποσχέσεις για «εκδημοκρατισμό» της παραγωγής και νέα εργαλεία αφήγησης· από την άλλη, ο φόβος ότι ο ιστός γεμίζει με παράγωγα, ασαφή και αισθητικά επίπεδα προϊόντα – αυτό που πολλοί αποκαλούν πλέον χωρίς περιστροφές «AI slop».
Στο Χόλιγουντ, όπου τα ζητήματα εργασίας, πνευματικών δικαιωμάτων και καλλιτεχνικής ταυτότητας αποτελούν ήδη σημείο τριβής, κάθε νέο εγχείρημα που βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά σε γενετική AI μοιάζει να ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Και η πιο πρόσφατη σπίθα, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, φέρει μια υπογραφή που δύσκολα περνά απαρατήρητη: του Darren Aronofsky.
Μια σειρά παραγόμενη από τεχνητή νοημοσύνη
Ο σκηνοθέτης πίσω από το «Requiem for a Dream», το «Black Swan» και το «The Fountain» φέρεται να προχώρησε σε συνεργασία ανάμεσα στο «AI studio» του, Primordial Soup, και ένα σχήμα που περιλαμβάνει τη Salesforce, την TIME Studios και την DeepMind της Google, με στόχο μια δραματική σειρά για την Αμερικανική Επανάσταση, σχεδόν εξ ολοκλήρου παραγόμενη από τεχνητή νοημοσύνη.
Τα κλασικά «συμπτώματα» της γενετικής εικόνας
Ο τίτλος της σειράς, «On This Day… 1776», μοιάζει να ζητά από μόνος του να τοποθετηθεί στο ράφι του «ιστορικού prestige». Όμως η πρώτη εντύπωση που άφησε στο κοινό, όπως αποτυπώθηκε από αντιδράσεις στα social και σχόλια κάτω από τα βίντεο, είναι πολύ διαφορετική: ένα κράμα αμηχανίας, ειρωνείας και οργής, με την αισθητική της AI να παρουσιάζεται όχι ως «νέα γλώσσα» αλλά ως θορυβώδες φίλτρο που δεν καταφέρνει να κρύψει τις ραφές του.
Τα πρώτα δύο επεισόδια, διάρκειας περίπου τριών λεπτών το καθένα, έχουν ανέβει στο YouTube, αλλά η συζήτηση άναψε ήδη από το teaser. Εκεί, λένε επικριτές, εμφανίζονται σχεδόν όλα τα κλασικά «συμπτώματα» της γενετικής εικόνας: πρόσωπα με παράξενη πλαστικότητα, βλέμματα που γλιστρούν προς το «uncanny», επιγραφές και κείμενα που μοιάζουν να είναι γλώσσα αλλά καταρρέουν σε συλλαβές χωρίς νόημα, λεπτομέρειες που θυμίζουν περισσότερο πρόχειρη μακέτα παρά ιστορική αναπαράσταση.
Το αποτέλεσμα προκάλεσε κατηγορίες ότι η τεχνολογία χρησιμοποιείται ως gimmick, ως ένα «κόλπο» που αντικαθιστά το πραγματικό συνεργείο και τους ηθοποιούς, ενώ ταυτόχρονα ανακυκλώνει υπάρχοντα εικαστικά μοτίβα – «αναμάσημα» τέχνης μέσω στατιστικής μίμησης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό, αλλά και ιστορικό. Ο ιστορικός Mateusz Fafinski επισήμανε ότι το teaser «μπερδεύει» ακόμη και το εξώφυλλο ή την πρώτη σελίδα του σημαντικού πολιτικού φυλλαδίου Common Sense, που είχε διανεμηθεί από τον Thomas Paine για να υποστηρίξει την ανεξαρτησία πριν από τον Πόλεμο της Επανάστασης.
Σε ανάρτησή του στο Bluesky, ο Fafinski χλεύασε τα «ακρωτηριασμένα» γράμματα που εμφανίζονται στο βίντεο, υπονοώντας ότι η αφήγηση συμβαίνει σε μια φανταστική χώρα με ανορθόγραφη ονομασία — ένα είδος μετα-ιστορίας όπου η ακρίβεια εγκαταλείπεται πριν καν αρχίσει η πλοκή.

Σημείωσε επίσης μια ακόμη λεπτομέρεια που, για όσους ασχολούνται με υλικό πολιτισμό, χτυπάει «καμπανάκι»: φυλλάδια που υποτίθεται ότι μόλις βγήκαν από το πιεστήριο εμφανίζονται ήδη «λερωμένα», με την τεχνητή πατίνα του χρόνου να κολλά πάνω τους σαν φίλτρο ινσταγκραμικής «παλαιότητας».
Το καθαρά οπτικό ρίγος του λάθους
Κι έπειτα υπάρχει το καθαρά οπτικό ρίγος του λάθους. Κάποια πρόσωπα δείχνουν υπερ-οξυμένα, σαν να τα έχει περάσει κάποιος από… μοντέρνα λείανση μέχρι να γίνουν κέρινα. Δόντια υπερβολικά λευκά για μια εποχή χωρίς τη συνδρομή από τη σύγχρονη οδοντιατρική. Μια AI εκδοχή του Benjamin Franklin, σύμφωνα με σχολιασμούς, θυμίζει περισσότερο φτηνό video game παρά ιστορική μορφή – και εδώ μπήκε στη συζήτηση και το PC Gamer, συγκρίνοντάς τον ειρωνικά με ένα πλάσμα τύπου Gollum από τον «Άρχοντα των Δακτυλιδιών».
Άλλοι θεατές στάθηκαν σε σκηνικά στοιχεία που προδίδουν «σύγχρονο» μάτι: επένδυση κτιρίου που μοιάζει αταίριαστο για τον 18ο αιώνα. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η προοπτική κάνει τα δικά της: σε μια σκηνή με ανθρώπους πάνω σε μακρινό λόφο, η κλίμακα φαίνεται να «σπάει» σε σχέση με γειτονικό κτίριο, με τους ανθρώπους να μοιάζουν δυσανάλογα γιγαντιαίοι. Οι επικριτές το είπαν απλά: η προσοχή στη λεπτομέρεια λείπει – και αυτό δεν είναι μικρό ελάττωμα όταν πουλάς «ιστορικό δράμα».
Η δημόσια χλεύη κλιμακώθηκε γρήγορα. Κάποιοι χρήστες το παρομοίασαν με διαφήμιση Χριστουγέννων μεγάλης εταιρείας, άλλοι έγραψαν ότι ένας σκηνοθέτης «θα έπρεπε να χάσει την καριέρα του» για κάτι τέτοιο, και άλλοι ειρωνεύτηκαν ότι «ελπίζω τα λεφτά της Google να άξιζαν τη ζημιά στη φήμη». Η θεμελιώδης ένσταση, κάτω από τους αστεϊσμούς, είναι σαφής: αν ένα τέτοιο project -με ισχυρά ονόματα και εταιρική στήριξη- δεν μπορεί να ξεπεράσει το αισθητικό κατώφλι της «AI αμηχανίας», τότε τι ακριβώς υπόσχεται για το μέλλον της κινηματογραφικής αφήγησης;
Οι συντελεστές του project, πάντως, φρόντισαν να τονίσουν ότι δεν απουσιάζει πλήρως ο ανθρώπινος παράγοντας. Αναφέρεται ότι χρησιμοποιήθηκαν φωνές ηθοποιών που εκπροσωπούνται από το SAG-AFTRA, ενώ το post-production (μοντάζ, μίξη, color grading) αποδίδεται σε ανθρώπινη ομάδα. Στη μουσική φέρεται να συμμετέχει ο Αμερικανός συνθέτης Jordan Dykstra.
Και σε επίπεδο εταιρικών δηλώσεων, ο πρόεδρος του TIME Studios, Ben Bitonti, υποστήριξε ότι το εγχείρημα δείχνει πώς μπορεί να μοιάζει μια «στοχαστική, δημιουργική, artist-led χρήση της AI» – όχι ως αντικατάσταση της τέχνης, αλλά ως επέκταση του δυνατού. Το κοινό, όμως, μοιάζει να απαντά με ένα πιο πεζό κριτήριο: το βλέπω; στέκει; με τραβά; Ή με πετά έξω από την ψευδαίσθηση σε κάθε καρέ;
Το πιο αποκαλυπτικό ίσως είναι ότι η συζήτηση δεν στάθηκε καν στην πλοκή, στους χαρακτήρες ή στο δράμα της Επανάστασης. Κόλλησε στην υφή. Στο «λάθος» που φαίνεται. Στο κείμενο που δεν διαβάζεται. Στο βλέμμα που δεν είναι ανθρώπινο. Εκεί, ο συνδυασμός της τεχνολογίας με την τέχνη γίνεται σχεδόν σωματικός: «Τι τρομερή εποχή για να έχεις μάτια», έγραψε ένας χρήστης.
Η θεατρική συγγραφέας Ashley Naftule σχολίασε με σαρκασμό ότι, ως «ισόβια σκεπτικίστρια» για την αξία του Aronofsky ως σκονοθέτη, νιώθει τώρα «δικαιωμένη». Αν η σειρά τελικά θα βρει κοινό ή θα ξεχαστεί ως περιέργεια της στιγμής, μένει να φανεί. Προς το παρόν, το «On This Day… 1776» λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας δυσφορίας που μεγαλώνει: ότι η ευκολία της παραγωγής δεν είναι ίδια με την ποιότητα, και ότι το «μέλλον» που υπόσχεται η γενετική AI δεν θα κριθεί από δελτία Τύπου, αλλά από το αν αντέχεται να το κοιτάς.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο