Η γεωπολιτική του Μουντιάλ: Η φλεγόμενη Μέση Ανατολή, το ποδόσφαιρο στο Ιράν και οι μεγάλοι επενδυτές
Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ανδρών ποδοσφαίρου ξεκίνησε και εκτός από το προφανές ενδιαφέρον για τα αποτελέσματα στο γήπεδο, έχει σημασία να δούμε και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς των ομάδων. Άλλωστε πρόκειται για τη μεγαλύτερη διοργάνωση στην ιστορία του θεσμού, με τη συμμετοχή 48 εθνικών ομάδων. Στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει πυροδοτήσει συζητήσεις σχετικά με τον εθνικισμό και τη χρήση του αθλητισμού για τη βελτίωση της δημόσιας εικόνας κρατών ή καθεστώτων και τις κοινωνικές διαμαρτυρίες.
Με εννέα συμμετέχουσες χώρες – Αλγερία, Αίγυπτο, Ιράν, Ιράκ, Ιορδανία, Μαρόκο, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Τυνησία καθώς και τη γειτονική Τουρκία, η οποία προκρίθηκε μέσω των ευρωπαϊκών προκριματικών – η περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής θα εκπροσωπηθεί όσο ποτέ άλλοτε. Περιλαμβάνει επίσης νέες παρουσίες, όπως η Ιορδανία, η οποία συμμετέχει για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο, καθώς και το Ιράκ, που έχει συμμετάσχει μόνο μία φορά στο παρελθόν.
Το Ιράν αποτελεί παραδοσιακή δύναμη του ποδοσφαίρου. Ωστόσο, ο πόλεμος με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επισκιάζει την ποδοσφαιρική πολιτική της χώρας, καθιστώντας τη συμμετοχή της εθνικής ομάδας στο Μουντιάλ ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη.
Το ποδόσφαιρο στην Τεχεράνη αποτελεί πάντοτε ζήτημα πολιτικής, αλλά ακόμη περισσότερο σε περιόδους ιστορικών ανακατατάξεων. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ανδρών της FIFA το 1998 στη Γαλλία, εν μέσω των εντάσεων με τη Δύση στην εξωτερική πολιτική, το Ιράν νίκησε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η νίκη αυτή οδήγησε τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ να τη χαρακτηρίσει ως «τη νίκη της Ιρανικής Επανάστασης του 1979 απέναντι στον ισχυρό και αλαζονικό αντίπαλο». Η επιτυχία αυτή προσέλκυσε τόσο μεγάλη προσοχή, ώστε επισκίασε ακόμη και την πρωτοφανή επιτυχία της εθνικής ομάδας πάλης του Ιράν την ίδια χρονιά, η πάλη αποτελεί το επίσημο εθνικό άθλημα της χώρας.
Σήμερα, υπό συνθήκες πολέμου και ενώ η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή απειλή στο πλαίσιο της αμερικανοϊσραηλινής επιθετικότητας, η εθνική ομάδα επιστρατεύεται για να προβάλλει μια πατριωτική και ενωμένη εικόνα του ιρανικού έθνους. Το γεγονός ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο φιλοξενείται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη δυναμική, καθώς καλείται, σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, να επιδείξει ακόμη πιο έντονα αισθήματα πατριωτισμού και εθνικής συσπείρωσης.
Το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους επενδυτές στον παγκόσμιο χώρο του ποδοσφαίρου. Κατασκευάζουν αθλητικές υποδομές στις χώρες του Κόλπου, προσελκύουν διάσημους ποδοσφαιριστές με εξαιρετικά υψηλά συμβόλαια και επενδύουν μαζικά σε ευρωπαϊκούς συλλόγους. Αυτή η οικονομική ισχύς έφερε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022 στο Κατάρ και θα φέρει τη διοργάνωση του 2034 στη Σαουδική Αραβία. Το Μαρόκο έχει εξελιχθεί σε ποδοσφαιρική υπερδύναμη και έχει ξεκινήσει μεγάλης κλίμακας έργα κατασκευής σταδίων και άλλων υποδομών ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2030, το οποίο θα συνδιοργανώσει. Οι αρχές ελπίζουν ότι οι συνεχείς επιτυχίες της εθνικής ομάδας θα περιορίσουν τις κοινωνικές διαμαρτυρίες της Generation Z και άλλων κοινωνικών ομάδων.
Το Ιράκ έχει συμμετάσχει μόνο μία φορά στο παρελθόν σε Παγκόσμιο Κύπελλο, στο Μεξικό το 1986, χωρίς να καταφέρει να προκριθεί πέρα από την πρώτη φάση της διοργάνωσης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράκ–Ιράν το 1980–1988, ο ιρακινός αθλητισμός είχε στιγματιστεί από την καταστροφική επιρροή του Ουντάι Χουσεΐν, γιου του δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Το 1984 έθεσε υπό τον έλεγχό του την Ιρακινή Ολυμπιακή Επιτροπή και ανέλαβε την άμεση εποπτεία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, καταφεύγοντας συχνά σε βασανιστήρια, εξευτελισμούς και σαδιστικές μεθόδους προπόνησης, ιδιαίτερα μετά από ήττες.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο και έχοντας εξέλθει από μια μακρόχρονη περίοδο ξένης στρατιωτικής κατοχής και εμφυλίου πολέμου, η δεύτερη συμμετοχή του Ιράκ σε Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί μια ευκαιρία για τη χώρα να βρει έναν κοινό σκοπό και ένα στοιχείο εθνικής ενότητας. Και εκεί, παρά τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ιρακινή κοινωνία, οι επιτυχίες της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, των «Λιονταριών της Μεσοποταμίας», έχουν συμβάλει στην ενίσχυση της εθνικής συνοχής και στη συσπείρωση του πληθυσμού. Καθώς η Αίγυπτος αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές προκλήσεις, μια επιτυχία της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας θα είχε σημαντική πολιτική αξία και θα μπορούσε να ενισχύσει το πιεζόμενο καθεστώς του προέδρου Σίσι.
Το 1934, ο Μπενίτο Μουσολίνι αντιμετώπιζε μια ενδεχόμενη κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ως μέσο συμβολισμού της ισχύος και του μεγαλείου της Ιταλίας. Αντίστοιχα, ο Βραζιλιάνος δικτάτορας, Εμίλιο Μέντισι, υποστήριξε ότι η κατάκτηση του τροπαίου το 1970 αποτελούσε απόδειξη της εθνικής υπεροχής και της δύναμης της χώρας του. Ο Πόλεμος των Φώκλαντ προσέδωσε ιδιαίτερα τεταμένο πολιτικό υπόβαθρο στην αναμέτρηση μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής το 1986, η οποία έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο εμβληματικούς αγώνες στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Τώρα ο οικοδεσπότης Τραμπ σίγουρα θέλει να αξιοποιήσει το Μουντιάλ ως εργαλείο της υπεροχής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το σίγουρο είναι ότι κρατά τη σφυρίχτρα στο γήπεδο.