Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Η Επισκοπή Ράσκας και Πριζρένης ζητά ανεξάρτητη έρευνα για την κακοποίηση Σέρβου στο Κοσσυφοπέδιο

Με αισθήματα βαθιάς ανησυχίας, οδύνης και αγανάκτησης η Ιερά Επισκοπή Ράσκας και Πριζρένης αναφέρεται, σε ανακοινωθέν της στην υπόθεση του Νέναντ Ράσκοβιτς, κατοίκου του χωριού Ντρεν κοντά στο Ζούμπιν Πότοκ, ο οποίος νοσηλεύεται με σοβαρά τραύματα, τα οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, υπέστη από τρεις άνδρες της Αστυνομίας του Κοσσυφοπεδίου.

Σύμφωνα με το ανακοινωθέν της Επισκοπής, ο Ράσκοβιτς, μιλώντας από το κρεβάτι του νοσοκομείου, κατήγγειλε ότι οι αστυνομικοί αρχικά τον χτύπησαν μέσα στο σπίτι της οικογένειάς του, απαιτώντας να τους παραδώσει ένα όπλο, το οποίο, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, δεν κατέχει. Στη συνέχεια, όπως κατέθεσε, του πέρασαν χειροπέδες, τον μετέφεραν σε δασική περιοχή, τον έδεσαν σε μια οξιά και τον χτύπησαν με ελαστικό σωλήνα, ενώ του κάλυψαν το στόμα με ένα πανί.

Ο ίδιος φέρεται ακόμη να κατήγγειλε ότι στη συνέχεια οι αστυνομικοί εκφόβισαν τον γιο του και παρενόχλησαν τη σύζυγό του, η οποία είναι αλβανικής εθνικότητας, κάνοντας αναφορές σε ενδεχόμενη αποστολή τους στην Αλβανία, ενώ, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, προανήγγειλαν ότι θα επιστρέψουν εκ νέου στο σπίτι της οικογένειας.

Η Επισκοπή επισημαίνει ότι τα ιατρικά ευρήματα επιβεβαιώνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης, καθώς ο Νέναντ Ράσκοβιτς εισήχθη σε νοσοκομείο της Μιτροβίτσα με τραύματα στο κεφάλι και στον θώρακα, κάταγμα πλευρού και πολλαπλές άλλες κακώσεις.

Ως βαριά τραυματισμένος ασθενής νοσηλεύεται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ενώ, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες που επικαλείται η Επισκοπή, η κατάσταση της υγείας του παραμένει ασταθής.

«Δεν πρόκειται πλέον για ανεπιβεβαίωτη φήμη»

Η Ιερά Επισκοπή Ράσκας και Πριζρένης υπογραμμίζει ότι η υπόθεση δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μία απλή, ανεπιβεβαίωτη καταγγελία, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Αυτό, λοιπόν, δεν είναι πλέον ζήτημα μιας ανεπιβεβαίωτης φήμης που μπορεί να απορριφθεί με μια γενική ανακοίνωση και μια έκφραση ανησυχίας».

Όπως τονίζεται, υπάρχουν πλέον «ένας συγκεκριμένος τραυματισμένος άνθρωπος, η άμεση και δημοσίως καταγεγραμμένη μαρτυρία του, εμφανή τραύματα και ιατρική τεκμηρίωση». Για τον λόγο αυτό, η Επισκοπή ζητεί ανεξάρτητη έρευνα, η οποία θα πρέπει να διαπιστώσει επειγόντως την ταυτότητα όλων όσοι συμμετείχαν στις ενέργειες εκείνης της ημέρας στο Ντρεν, ποιος έδωσε τις σχετικές εντολές, με ποια νομική βάση εισήλθαν στην οικία της οικογένειας Ράσκοβιτς, πού τον μετέφεραν και υπό ποιες συνθήκες προκλήθηκαν τα τραύματα που διαπίστωσαν οι γιατροί.

Ιδιαίτερη βαρύτητα, σύμφωνα με την Επισκοπή, προσδίδει στην υπόθεση το γεγονός ότι δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά σημειώνεται σε μια περίοδο σχεδόν συνεχών ερευνών, προσαγωγών και αστυνομικών επιχειρήσεων στα χωριά του δήμου Ζούμπιν Πότοκ.

Κατά τις τελευταίες εβδομάδες, όπως αναφέρεται στο ανακοινωθέν, αστυνομικές επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν στο Ντρεν, στο Τσρέπουλια, στη Γιάμπουκα, στην Καλούντρα και σε άλλες περιοχές, συνοδευόμενες από συλλήψεις και ανακρίσεις με την υποψία κατοχής όπλων ή διάπραξης εγκλημάτων πολέμου.

Η Επισκοπή αναφέρει ότι δέχεται συνεχώς μαρτυρίες από κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι κάνουν λόγο για «ανοιχτή και μέχρι σήμερα πρωτοφανή αστυνομική τρομοκρατία», ενώ παράλληλα καταγγέλλει πολιτική εκστρατεία κατά των Σέρβων από την κυβέρνηση της Πρίστινας, η οποία, όπως υποστηρίζει, οδηγεί στη συλλογική ποινικοποίηση του σερβικού πληθυσμού.

«Καμία έρευνα δεν δικαιολογεί τη βία»

Παράλληλα, η Επισκοπή διευκρινίζει ότι δεν προδικάζει την ποινική ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου και δεν αμφισβητεί το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών να διεξάγουν νόμιμες έρευνες βάσει δικαστικής εντολής και συγκεκριμένων στοιχείων.

Ωστόσο, τονίζει με έμφαση ότι «καμία έρευνα, καμία υποψία και καμία εντολή δεν δίνουν σε κανέναν το δικαίωμα να χτυπά ανθρώπους, να τους δένει σε δέντρα, να τους καλύπτει το στόμα με πανιά, να αποσπά ομολογίες με τη βία, να απειλεί τις οικογένειές τους ή να τους εξευτελίζει».

Η Επισκοπή σημειώνει ακόμη ότι η χρήση βίας για την απόσπαση ομολογίας «έχει τα χαρακτηριστικά βασανιστηρίου και αποτελεί μία από τις σοβαρότερες μορφές κατάχρησης διοικητικής εξουσίας».

Αναφορά και σε προηγούμενες καταγγελίες

Στο ανακοινωθέν επισημαίνεται ότι η υπόθεση του Νέναντ Ράσκοβιτς δεν αποτελεί την πρώτη καταγγελία για κατάχρηση αστυνομικών εξουσιών σε βάρος Σέρβων. Όπως αναφέρεται, εδώ και μήνες έχουν καταγραφεί σχετικές επισημάνσεις από την Επισκοπή Ράσκας και Πριζρένης, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, εκπροσώπους του τοπικού πληθυσμού και το Βελιγράδι.

Η Επισκοπή επικαλείται επίσης οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών από το βόρειο Κοσσυφοπέδιο, οι οποίες έχουν απευθυνθεί επανειλημμένα στην EULEX για περιστατικά αστυνομικής κακομεταχείρισης και άλλες αμφιλεγόμενες πρακτικές. Οι ίδιες οργανώσεις, σύμφωνα με την ανακοινωθέν, προειδοποιούν ότι πολλοί πολίτες πλέον δεν καταγγέλλουν περιστατικά λόγω φόβου, έλλειψης εμπιστοσύνης και της πεποίθησης ότι μια καταγγελία δεν θα οδηγήσει σε πραγματική απόδοση ευθυνών.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα γεγονότα της 28ης Ιουνίου, μετά την ειρηνική ολοκλήρωση του μνημοσύνου για το Βίντοβνταν στο Γκαζίμεσταν, όταν συνελήφθησαν 37 Σέρβοι, μεταξύ των οποίων και ένας ανήλικος. Σύμφωνα με την Επισκοπή, αρκετοί από τους προσαχθέντες κατήγγειλαν ότι κατά τη μεταφορά τους σε αστυνομικά τμήματα υπέστησαν σωματική και ψυχολογική βία, εθνικές προσβολές και εξευτελιστική μεταχείριση, ενώ δημοσιοποιήθηκαν και φωτογραφίες με τα τραύματά τους.

Η Επισκοπή σημειώνει ότι στις 7 Ιουλίου ο θεσμός του Συνηγόρου του Πολίτη ξεκίνησε αυτεπάγγελτη έρευνα, όμως μέχρι σήμερα, όπως αναφέρει, η κοινή γνώμη δεν έχει ενημερωθεί για τα τελικά πορίσματα ούτε για το εάν κάποιος αστυνομικός έχει κληθεί να λογοδοτήσει. Εκφράζει, μάλιστα, την εκτίμηση ότι η υπόθεση ενδέχεται, όπως και άλλες περιπτώσεις κατάχρησης αστυνομικής εξουσίας, να «μπει κάτω από το χαλί».

Ακολούθησε, σύμφωνα με το ανακοινωθέν, η πανήγυρη της Μονής των Αγίων Αρχαγγέλων κοντά στο Πρίζρεν, κατά την οποία πιστοί —μεταξύ των οποίων γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι και κληρικοί— υποβλήθηκαν σε, όπως χαρακτηρίζονται, προκλητικούς και εξευτελιστικούς ελέγχους, μεταξύ άλλων και σε γυναικείες τσάντες και παιδικά καρότσια. «Η ειρηνική συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία αντιμετωπίστηκε και πάλι ως ζήτημα ασφαλείας», αναφέρει χαρακτηριστικά η Επισκοπή.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται, σύμφωνα με το ανακοινωθέν, οι πρόσφατες κατεδαφίσεις σερβικών κτισμάτων στην περιοχή της Γκαζίβοντα πριν από την ολοκλήρωση των διαδικασιών δικαστικής προστασίας, καθώς και το κύμα ερευνών και συλλήψεων στον βορρά.

«Η εμπιστοσύνη των Σέρβων στην Αστυνομία του Κοσσυφοπεδίου έχει φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο»

Η Επισκοπή εκτιμά ότι όλα αυτά έχουν οδηγήσει την εμπιστοσύνη του σερβικού πληθυσμού προς την Αστυνομία του Κοσσυφοπεδίου «στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο».

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ανακοινωθέν: «Για έναν ολοένα μεγαλύτερο αριθμό Σέρβων, η Αστυνομία του Κοσσυφοπεδίου δεν είναι πλέον υπηρεσία από την οποία περιμένουν προστασία, αλλά δύναμη από την οποία αισθάνονται την ανάγκη να προστατευθούν».

Η Επισκοπή χαρακτηρίζει αυτή την εξέλιξη «τη σοβαρότερη δυνατή ήττα μιας αστυνομικής υπηρεσίας» και ταυτόχρονα «σοβαρή προειδοποίηση για τη σταθερότητα του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων και της ευρύτερης περιοχής».

Παρέμβαση του Μητροπολίτη Θεοδοσίου

Στο ανακοινωθέν γίνεται επίσης αναφορά στη συνάντηση του Μητροπολίτη Ράσκας και Πριζρένης κ. Θεοδοσίου με την Αμερικανίδα γερουσιαστή Τζόνι Ερνστ στις 10 Αυγούστου, καθώς και σε προηγούμενες συνομιλίες του με εκπροσώπους της KFOR, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της EULEX, του ΟΑΣΕ και διπλωματικών αποστολών.

Όπως σημειώνεται, ο Μητροπολίτης είχε επισημάνει τη «σαφή υποβάθμιση της κατάστασης ασφαλείας και της θεσμικής κατάστασης», υπογραμμίζοντας ότι η συμπεριφορά των θεσμών, οι κατεδαφίσεις σερβικών κτισμάτων, οι συλλήψεις χωρίς σαφώς παρουσιασμένα στοιχεία και η απουσία λογοδοσίας για καταχρήσεις δημιουργούν στον σερβικό πληθυσμό «αίσθημα δίωξης και ανοιχτής διάκρισης».

Η Επισκοπή υποστηρίζει ακόμη ότι η ευθύνη των αρχών της Πρίστινας δεν περιορίζεται σε μια εκ των υστέρων ανακοίνωση ότι ένα μεμονωμένο περιστατικό θα διερευνηθεί. Κατά την ίδια, υπάρχει ευρύτερη πολιτική ευθύνη για το κλίμα μέσα στο οποίο οι Σέρβοι παρουσιάζονται σχεδόν συλλογικά ως απειλή για την ασφάλεια, ενώ οι αστυνομικές επιχειρήσεις προβάλλονται δημόσια πριν ακόμη υπάρξει δικαστική διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.

Ζητείται άμεση και ανεξάρτητη έρευνα

Η Επισκοπή αναφέρει ότι λαμβάνει γνώση της πληροφορίας πως την υπόθεση έχει αναλάβει η Αστυνομική Επιθεώρηση του Κοσσυφοπεδίου, ότι ο κύριος αναπληρωτής Συνήγορος του Πολίτη, Σρντιαν Σέντιτς, ξεκίνησε αυτεπάγγελτη διαδικασία και ότι η EULEX χαρακτήρισε τις καταγγελίες «εξαιρετικά σοβαρές», υπενθυμίζοντας πως η απαγόρευση κάθε μορφής κακομεταχείρισης είναι απόλυτη.

Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η υπόθεση «δεν πρέπει να τελειώσει με ακόμη μία ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας, χωρίς δημόσια διαπιστωμένα γεγονότα και χωρίς λογοδοσία».

Για τον λόγο αυτό ζητεί «άμεση, ανεξάρτητη και αποτελεσματική έρευνα» από την αρμόδια εισαγγελία και την Αστυνομική Επιθεώρηση, με άμεση παρακολούθηση από τον θεσμό του Συνηγόρου του Πολίτη και την EULEX.

Παράλληλα, ζητεί όλα τα πρόσωπα για τα οποία θα διαπιστωθεί ότι συμμετείχαν άμεσα στον σοβαρό ξυλοδαρμό του Ράσκοβιτς να απομακρυνθούν προσωρινά από επιχειρησιακά καθήκοντα μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας, ενώ ζητεί να εξασφαλιστεί προστασία στον ίδιο και την οικογένειά του από οποιαδήποτε περαιτέρω πίεση ή εκφοβισμό.

Προειδοποίηση προς τη διεθνή κοινότητα και την KFOR

Η Επισκοπή εκφράζει παράλληλα έντονη ανησυχία για τη στάση των διεθνής κοινότητας, υποστηρίζοντας ότι η παρατεταμένη σιωπή και οι καθυστερημένες, γενικόλογες αντιδράσεις σε περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας εκλαμβάνονται στο πεδίο ως απουσία συνεπειών και δημιουργούν αίσθημα ατιμωρησίας.

«Οι διεθνείς αξιωματούχοι δεν μπορούν ταυτόχρονα να μιλούν για βελτίωση της κατάστασης ασφαλείας και στη συνέχεια να σιωπούν επί μήνες για εμφανή τραύματα ανθρώπων που υποστηρίζουν ότι προκλήθηκαν από μέλη της αστυνομίας», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η Επισκοπή συνδέει την υπόθεση και με τις πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με την KFOR, η οποία ξεκινά σταδιακά να εντάσσει την Αστυνομία του Κοσσυφοπεδίου στο σύστημα ασφαλείας γύρω από τη Μονή Βίσοκι Ντέτσανι, ενώ παράλληλα μειώνει τη μόνιμη παρουσία της στην κεντρική γέφυρα του Ίμπαρ στην Μτρόβιτσα.

Παρότι η KFOR έχει επιβεβαιώσει ότι παραμένει ο πρωταρχικά υπεύθυνος φορέας ασφαλείας για τη Βίσοκι Ντέτσανι, η Επισκοπή θεωρεί ότι η περαιτέρω διεύρυνση του ρόλου της Αστυνομίας του Κοσσυφοπεδίου σε αυτά τα ιδιαίτερα ευαίσθητες τοποθεσίες, υπό τις παρούσες συνθήκες και χωρίς την εμπιστοσύνη του σερβικού πληθυσμού, θα ήταν «εξαιρετικά απερίσκεπτη και επικίνδυνη».

Όπως επισημαίνει, η ίδια η KFOR έχει αναφέρει ότι η διαδικασία αυτή εξαρτάται από την κατάσταση στο πεδίο και μπορεί να επανεξεταστεί. «Ένας βαριά ξυλοκοπημένος άνθρωπος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τα προηγούμενα περιστατικά κακομεταχείρισης χωρίς δημόσιο αποτέλεσμα και το χαμηλότερο επίπεδο εμπιστοσύνης των Σέρβων στην Αστυνομία του Κοσσυφοπεδίου είναι γεγονότα επί του πεδίου που δεν μπορούν να αγνοηθούν», υπογραμμίζεται.

«Χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχει ασφάλεια και ένας λαός δεν μπορεί να αφεθεί στην προστασία ενός θεσμού από τη συμπεριφορά του οποίου φοβάται», αναφέρει η Επισκοπή.

Έκκληση προς τους Σέρβους του Κοσσυφοπεδίου για ψυχραιμία και καταγραφή των περιστατικών

Κλείνοντας, η Ιερά Επισκοπή Ράσκας και Πριζρένης καλεί τους πιστούς της, ιδιαίτερα τους Σέρβους στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια, να παραμείνουν «ήρεμοι, ψύχραιμοι και αξιοπρεπείς» και να μην παρασύρονται από προκλήσεις, αλλά ταυτόχρονα να καταγράφουν και να καταγγέλλουν κάθε περιστατικό απειλής, βίας ή κατάχρησης.

«Η ειρήνη δεν σημαίνει σιωπή μπροστά στην αδικία, και η χριστιανική υπομονή δεν σημαίνει αποδοχή της ταπείνωσης και της ανομίας», τονίζει.

Η Επισκοπή εύχεται στον Νέναντ Ράσκοβιτς «ταχεία και πλήρη ανάρρωση» και εκφράζει στην οικογένειά του την πλήρη αλληλεγγύη και υποστήριξή της.

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας παραμένει στο πλευρό του λαού της, λέγοντας την αλήθεια με ειρηνικό αλλά αποφασιστικό τρόπο και απαιτώντας η αστυνομική στολή να αποτελέσει και πάλι σύμβολο της νόμιμης προστασίας κάθε ανθρώπου και όχι πηγή φόβου, βίας και καταστολής», καταλήγει το ανακοινωθέν της Ιεράς Επισκοπής Ράσκας και Πριζρένης.

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.

google-news Ακολούθησε το ORTHODOXIANEWSAGENCY.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις.