Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Η επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου στον Λευκό Οίκο και τα νέα δεδομένα στις αμερικανοβρετανικές σχέσεις

Η τετραήμερη επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου στις ΗΠΑ, που ξεκινά σήμερα, πραγματοποιείται σε μια στιγμή ασυνήθιστης διπλωματικής έντασης. Καθώς η σχέση ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου δοκιμάζεται από την απόφαση της Βρετανίας να μείνει εκτός της εκστρατείας της Ουάσιγκτον κατά του Ιράν, Βρετανοί αναλυτές θέτουν μια σειρά από ερωτήματα: Αν μπορεί αρχικά η μοναρχία να πετύχει εκεί όπου η πολιτική έχει βαλτώσει και πόσο έχουν αλλάξει πια οι αμερικανοβρετανικές σχέσεις. Ιστορικά, οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν άρρηκτα δεμένες.

Όμως, καθώς εξελίσσεται η δεύτερη θητεία του Τραμπ, οι Βρετανοί αναρωτιούνται αν η κοσμοθεωρία του συμβαδίζει με τις βρετανικές αξίες. Η απροθυμία του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου να επικρίνει τον Τραμπ μπορεί να αποτελεί συνετή διπλωματία. Και ας έχει ο Τραμπ επανειλημμένα τον επικρίνει δριμύτατα για την αντίθεσή του στον πόλεμο, καθώς και για τις μεταναστευτικές και ενεργειακές πολιτικές της κυβέρνησής του.

«Δεν πρόκειται για τον Ουίνστον Τσόρτσιλ με τον οποίο έχουμε να κάνουμε», γκρίνιαξε ο Τραμπ τον περασμένο Μάρτιο, προσθέτοντας ότι η λεγόμενη «ειδική σχέση» «δεν είναι όπως παλιά». Ο Αμερικανός ηγέτης έχει επίσης χλευάσει την κατάσταση των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, των οποίων ο βασιλιάς ήταν αρχηγός.

Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε μια θεμελιώδη σύγκρουση αξιών, αφήνοντας στη Βρετανία καμία άλλη επιλογή από το να ταχθεί με την Ευρώπη, λένε αρκετοί Βρετανοί αναλυτές, πολύ περισσότερο που η επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη βρίσκεται πράγματι στην ατζέντα του Στάρμερ. Πάντα αντιτάχθηκε στο Brexit και ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος μια “επανεκκίνηση” των σχέσεων με την Ευρώπη. Ως πρωθυπουργός, έχει συνάψει διμερείς συμφωνίες ασφάλειας με τη Γαλλία και τη Γερμανία, καθώς και μια πολυδιαφημισμένη εταιρική σχέση άμυνας και ασφάλειας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, ο ρυθμός της επαναπροσέγγισης δεν εξαρτάται μόνο από τη Βρετανία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πολλά άλλα ζητήματα να αντιμετωπίσει, και δεν είναι όλοι οι Ευρωπαίοι, ιδίως οι Γάλλοι, έτοιμοι να υποδεχθούν τον «άσωτο υιό». Η επανεκκίνηση του περασμένου καλοκαιριού είχε στόχο να επιτρέψει τη συμμετοχή της Βρετανίας στο πολυδισεκατομμυρίων ευρώ πρόγραμμα επανεξοπλισμού της ΕΕ, SAFE, μέσα σε «λίγες μόνο εβδομάδες». Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε αδιέξοδο το περασμένο φθινόπωρο, αν και φαίνεται ότι οι δύο πλευρές ίσως προσπαθήσουν ξανά σύντομα.

Σε μια ήπειρο παγιδευμένη ανάμεσα στον Πούτιν και τον Τραμπ, η άμυνα φαίνεται προφανώς ένας τομέας όπου μπορεί να υπάρξει προσέγγιση Ηνωμένου Βασιλείου–ΕΕ — και όπου η Βρετανία μπορεί να μειώσει την υπερβολική της εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Πέρα από τη βιομηχανία άμυνας, η πυρηνική αποτροπή αποτελεί μια ευκαιρία. Η ιδέα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία θα μπορούσαν να συνεργαστούν για να δημιουργήσουν μια αξιόπιστη «ευρωπαϊκή αποτροπή» υπάρχει εδώ και χρόνια.

Η Βρετανία θα πρέπει επίσης να επαναπροσεγγίσει τους Ευρωπαίους συμμάχους της για να επιλύσει ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα: πώς θα αναπτύσσουν και θα διοικούν συλλογικά τις εθνικές στρατιωτικές τους δυνάμεις χωρίς την Αμερική. Αυτά τα ζητήματα βρίσκονταν επί γενιές στα χέρια του ΝΑΤΟ, δηλαδή των Αμερικανών. Οι κατά καιρούς προτάσεις για τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού δεν φάνηκαν ποτέ ιδιαίτερα ρεαλιστικές. Όμως το πρόβλημα είναι πλέον επείγον, και η ιδέα της «ενίσχυσης του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ» προβάλλεται έντονα. Δεν είναι όμως σαφές πώς θα υλοποιηθεί, όταν οι Αμερικανοί κατέχουν όλες τις κορυφαίες θέσεις στο ΝΑΤΟ και τα κρίσιμα συστήματα επικοινωνίας, πληροφοριών και τεχνολογίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.

Από το μακροεπίπεδο του στρατηγικού σχεδιασμού έως πρακτικά ζητήματα όπως ο συντονισμός και ο έλεγχος των συλλογικών συστημάτων αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, οι Ευρωπαίοι έχουν πολύ περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Η Βρετανία υπερηφανευόταν εδώ και καιρό ότι αποτελεί κορυφαία στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη. Τώρα είναι η στιγμή να αποδείξει αυτή την ηγεσία, συνεργαζόμενη με τους Ευρωπαίους συμμάχους της για να βρει τις σωστές απαντήσεις. Όσο για τον διπλωματικό ρόλο του Καρόλου; Ως ο πρώτος Βρετανός μονάρχης που θα απευθυνθεί στο Κογκρέσο μετά τη μητέρα του, τη βασίλισσα Ελισάβετ, το 1991, αναμένεται να αναδείξει την κοινή ιστορία και τους στενούς δεσμούς των δύο χωρών αλλά κυρίως το κοινό μέλλον τους.