Γιώργος Κουμεντάκης, λίγο πριν αρχίσει η τέταρτη θητεία του στη Λυρική και παρουσιάσει την νέα του τολμηρή σύνθεση
Με την τέταρτη θητεία του στην Εθνική Λυρική Σκηνή να εκκινεί την προσεχή εβδομάδα και ένα νέο «αρκετά προσωπικό και ολίγον τολμηρό» έργο μουσικού θεάτρου και χορού να γράφεται στο περιθώριο της διοίκησης, ο Γιώργος Κουμεντάκης είναι ο άνθρωπος που κυβερνά έναν θεσμό όπως γράφει μουσική.
Σε ένα περιβάλλον που εκ των πραγμάτων, εκ της φύσεώς του, έχει ήχους καταιγιστικούς και εντάσεις δραματικές έως ακραίες, ο Γιώργος Κουμεντάκης έχει μια ενδιαφέρουσα, δική του ταχύτητα να κινείται, να εκφράζεται, να σιωπά. Ο διεθνώς καταξιωμένος συνθέτης και από το 2017 καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να «διαβάζει» την αίθουσα, πριν καν ειπωθεί λέξη.
Στις μέρες μας αυτό είναι σχεδόν σπάνιο: σε έναν κόσμο θεσμών που θορυβούν για να δείξουν ότι υπάρχουν, εκείνος μοιάζει να λειτουργεί ανάποδα, σαν να πιστεύει ότι το κύρος δεν κερδίζεται με ένταση, αλλά με το χτίσιμο σχέσεων. Και έχει την υπομονή να το κάνει αυτό.
Έτσι ήταν πάντα. Πολύ πριν βρεθεί στο τιμόνι της Λυρικής την στιγμή της ιστορικής μετεγκατάστασής της στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου, πολύ πριν βρεθεί στο Πάνθεον των Ελλήνων δημιουργών που συγκρότησε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, πολύ πριν την πρώτη του όπερα δωματίου 36 χρόνια πριν. Από τότε που παιδί στο Ρέθυμνο σπούδαζε μουσική, μάθαινε πιάνο και ακορντεόν, κάνοντας τις πρώτες του συνθέσεις έφηβος, 15 χρονών.
Πανύψηλος και λεπτός, με έναν διακριτικό σκελετό γυαλιών, αναπόφευκτα πάντα ξεχώριζε με το που έμπαινε σε μία αίθουσα -συνεπώς δεν χρειαζόταν να κάνει θόρυβο για να τραβήξει την προσοχή. Με τα χρόνια δεν έφτιαξε μόνο τον δικό του χώρο-νησί στην σύνθεση, αλλά κατόρθωσε να κερδίσει μία αποδοχή που δεν γνωρίζει σύνορα, που ένωσε Αριστερούς και Δεξιούς, παραδοσιακούς και τολμηρούς.
Η τέταρτη τριετής θητεία
Λίγο πριν λήξει το 2025 το υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε ότι η θητεία του ανανεώνεται, για τέταρτη φορά, με εκκίνηση την 13η του Ιανουαρίου. Αν και ο ίδιος όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2017 με επιλογή της Λυδίας Κονιόρδου, τότε υπουργού Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ, έλεγε ότι τον ενδιαφέρει μόνο μία θητεία διότι τον περιμένει το σπίτι του στην Τήνο και οι συνθέσεις του, κατόρθωσε να είναι επισήμως ο μακροβιότερος καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, εκλεκτός τόσο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ όσο και της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και να διατελέσει υπουργός Πολιτισμού στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ιωάννη Σαρμά τον Μάιο του 2023.
Ο Γιώργος Κουμεντάκης δεν είναι «ο άνθρωπος που έσωσε τη Λυρική», ούτε ο αλάνθαστος αρχιτέκτονας ενός θεσμού. Είναι κάτι πιο σύνθετο, ένας σχεδόν ασκητής δημιουργός που βρέθηκε να κυβερνά έναν θεσμό, αν και ποτέ στην ζωή του δεν γοητεύτηκε από την εξουσία -για την ακρίβεια ήταν δύσπιστος απέναντί της, αν και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που είχε σχέση με την πολιτική, για την ακρίβεια με την κουζίνα της πολιτικής, τις δυνάμεις που κρατάνε τον μηχανισμό της σε εγρήγορση.
Ένας άνθρωπος που έχει ανεκτικότητα και στο ωραίο και στο άσχημο, που μπορεί να σταθεί μέσα σε αντιφάσεις, να κάνει επιλογές που θα παρεξηγηθούν, να αντέξει την πολιτική και την κοινωνική τριβή, αλλά να επιστρέφει πεισματικά στο ίδιο σημείο: την τέχνη ως φροντίδα.
Και ίσως αυτό είναι το πιο καθαρό κλειδί για την τέταρτη θητεία: δεν την κερδίζει μόνο επειδή είναι συμπαθής ή αρεστός. Την κερδίζει επειδή παρά τα όποια λάθη, τις αντιδράσεις, την κούραση, παραμένει ένας διευθυντής που λειτουργεί σαν συνθέτης: οργανώνει χρόνο, διαβάζει εξαιρετικά την κοινωνία, ακούει μέσα από τις σιωπές, χτίζει ισορροπίες.
Και, κάπου στο βάθος, κρατά ακόμη εκείνο το παιδικό αντανακλαστικό που δεν το εγκατέλειψε ποτέ: να παίζει με τους ήχους, μόνο που τώρα απευθύνεται σε μια ολόκληρη χώρα και ένα διεθνώς διευρυμένο διεθνές κοινό.
Το οικοσύστημα Κουμεντάκη
Βρέθηκε να διοικεί τη Λυρική στην πιο ευλογημένη της στιγμή: με τη διαρκή παρουσία και υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, που επιτρέπει στα όνειρα να γίνονται πράξη, με μεγάλες συμπαραγωγές, εξωστρέφεια, δίκτυα συνεργασίας, διεθνή μέσα. Γύρω από αυτό το όραμα συσπειρώθηκαν και πλήθος χορηγών. Η «εποχή Κουμεντάκη» δεν είναι αποτέλεσμα ενός ανθρώπου, αλλά ενός οικοσυστήματος που εκείνος κατόρθωσε να οργανώσει.
Έκανε άλματα, πήρε τεράστια ρίσκα κυρίως στα πρώτα χρόνια των θητειών του όταν σφυρηλατούσε το προφίλ του θεσμού, προχώρησε σε συνέργειες στρατηγικής σημασίας για τη διεύρυνση της Λυρικής -όπως αυτή με τον ΝΕΟΝ-, συγκρούστηκε τα πρώτα χρόνια με το παραδοσιακό κοινό της Λυρικής που αντέδρασε στην πρωτοπορία και την ανανέωση -όπως τώρα το κοινό που έθρεψε η Λυρική από το 2017 και μετά διψάει για περισσότερη τόλμη σαν και αυτή που εισήγαγε ο Κουμεντάκης από την αρχή, τόσο στην κεντρική σκηνή Σταύρος Νιάρχος όσο κυρίως στην Εναλλακτική Σκηνή.
«Πιστεύω ότι τα βήματα που έγιναν είναι τεράστια και ξέρω καλά ότι δεν φοβηθήκαμε. Αλλά ταυτόχρονα γνωρίζω ότι ήμασταν πάντα προσεκτικοί σε κάθε βήμα και με ανοιχτά αυτιά προς την κοινωνία μας, που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Και να προσθέσω ότι όσο είμαι στη θέση αυτή, ο συντηρητισμός, η έλλειψη συμπεριληπτικότητας και η μη αποδοχή της διαφορετικότητας είναι οι εφιάλτες που δεν θα άφηνα ποτέ να εισέλθουν στον οργανισμό μας, ούτε από την πίσω πόρτα».
Αυτό έλεγε τον Νοέμβριο του 2025 σε συνέντευξή του στο περιοδικό Blue της Αegean, όπου στην ερώτηση για την πιθανότητα ανανέωσης της θητείας του -κάτι που όλοι περιμέναμε- είχε απαντήσει με τον γνωστό του τρόπο. Ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα, αλλά που με χαραμάδες για να διαβάζεις πίσω από τις λέξεις: «Θέλω να πιστεύω ότι υπήρξα χρήσιμος για την Εθνική Λυρική Σκηνή και ότι τίμησα την επιλογή του υπουργείου Πολιτισμού. Η εκ νέου ανανέωση της θητείας μου είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της υπουργού Πολιτισμού. Η σχέση μας είναι εξαιρετική και άκρως δημιουργική. Εκτιμώ βαθύτατα το έργο της και θα συνεχίσω να το εκτιμώ, ακόμα και αν δεν ανανεώσει τη θητεία μου».
Η μουσική ως ιδεολογία
Η ιστορία του ξεκινά στο Ρέθυμνο, στην παλιά πόλη με που φέρει τόσο το αναγεννησιακό, όσο και βυζαντινό και το τούρκικο στοιχείο, εκεί όπου ο ίδιος θυμάται τον εαυτό του παιδί να παίζει με τους ήχους, να αυτοσχεδιάζει, να δημιουργεί ηχητικές πηγές από «ευτελή πράγματα». Έστηνε μικρές παραστάσεις με τα άλλα παιδιά στο εξοχικό του την ώρα του σούρουπου, χτυπούσε η καρδιά του πιο δυνατά κάθε φορά που άκουγε το μελωδικό σφύριγμα του πατέρα του καθώς γύριζε στο σπίτι από το φαράγγι. Ένας ήχος που μετέφραζε την αναμονή σε υπόσχεση.
Αυτό το είδος μνήμης (όχι «τι συνέβη», αλλά «τι ακούστηκε») εξηγεί πολλά για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη μουσική ως ιδεολογία ουσιαστικά. Εκεί φυτεύτηκε ο πυρήνας της μουσικής ιδιοσυγκρασίας του.
Αλλά και το ασυγκράτητου πάθους. Τόσο που ως παιδί, επειδή είχε την τύχη να διαθέτει το κλειδί για το Ωδείο που στεγαζόταν στο τζαμί Νερατζέ, το έσκαγε κρυφά από το σπίτι το βράδυ όταν όλοι κοιμόντουσαν και πήγαινε εκεί για να παίξει μουσική. Τι παράξενο παιδί…
Όταν άρχισε να έρχεται σε επαφή με την όπερα και κυρίως με τις άρεις, ξέσπαγε σε νευρικά γέλια, του φαίνονταν εξωπραγματικές -λογικό αν έχεις ασκηθεί στα κρητικά τραγούδια που διατρέχουν τα φαράγγια και τις κορυφές της Κρήτης. Κι όμως, αυτό ακριβώς, την εξωπραγματική διάσταση, αγάπησε αργότερα στην όπερα. Σαν να χρειαζόταν χρόνο για να καταλάβει ότι το παράλογο είναι, μερικές φορές, η πιο ακριβής μορφή αλήθειας.
Στα τέλη της εφηβείας, ο δρόμος του άνοιξε στον κόσμο: Αθήνα, έπειτα Παρίσι, ερευνητικά κέντρα, επαφές με ανθρώπους όπως ο Ιάννης Ξενάκης, ο Πιερ Μπουλέζ, ο Γκιέρκγι Λίγκετι. Καθοριστική ήταν η εμπειρία μιας ευρωπαϊκής συνθήκης όπου, όπως λέει ο ίδιος, όταν έβλεπαν ότι κάποιος έχει ιδιαιτερότητα, τον στήριζαν.
Αυτό το «σε στηρίζουν επειδή είσαι ιδιαίτερος, όχι επειδή είσαι καλόβολος» το έφερε ως εφόδιο πίσω στην Ελλάδα. Το επίσημο βιογραφικό του (όσο «στεγνό» κι αν είναι) επιβεβαιώνει την τροχιά: αναθέσεις, διεθνείς παρουσιάσεις, διακρίσεις, συνεργασίες, η σχέση με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου που ξεκινά από τις αρχές του ’90 και κορυφώνεται το 2004, καθώς και η δική του διαδρομή μέσα από μεγάλα σύνολα και χώρους στο εξωτερικό. Εκεί που ο ίδιος γίνεται πραγματικά «δημόσιος μύθος», όμως, είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας.
2004: Η κλίμακα που αφήνει πληγές
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, ο Κουμεντάκης δεν ήταν απλώς «συνθέτης» με τη στενή έννοια: ήταν μουσικός διευθυντής, συνθέτης και δημιουργός του μουσικού σεναρίου στις τελετές έναρξης και λήξης, μέσα σε μια ομάδα που κάποιοι θεωρούσαν ότι ήταν το απόλυτο outsider. Η εμπειρία υπήρξε υψηλής αισθητικής, κλειστού δωματίου, ακραίας έντασης και, ταυτόχρονα, μετέπειτα ψυχικού βάρους.
Έχει μιλήσει για εξάντληση, για δυσάρεστα σημεία που άργησαν να «ξεκαθαρίσουν» μέσα του, για μια συνθήκη που τον ένιωσε ότι κοντεύει να χάσει τον εαυτό του. Μετά από αυτό, απομονώνεται στην Τήνο για να ξαναβρεί τη «μικρών διαστάσεων» σχέση του με εκείνο που ξέρει καλύτερα: να γράφει μουσική. Η Τήνος είναι μηχανισμός επιβίωσης για τον Κουμεντάκη.
Το 2014, ακριβώς δέκα χρόνια μετά το παγκόσμιο φαινόμενο της τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, παραδίδει στο διεθνές κοινό, ένα οπερατικό νησί, ένα αριστούργημα: την Φόνισσα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Θυμάμαι τότε να μου λέει -σαν να φτιάχνει ένα cover letter για την μελλοντική του θέση στη Λυρική: «Όταν βοηθάς τη δημιουργικότητα δεν την βοηθάς στον ένα και μοναδικό Βάγκνερ. Δεν υπάρχει αυτό το μοντέλο στον έναν, αλλά στους πολλούς. Παίρνεις όλες τις τάσεις. Το διαδίκτυο αλλάζει, η νέα γενιά αλλάζει, μια νέα ηθική τάξη υπάρχει. Αν πάρεις και τους βάλεις όλους σε ένα καλούπι χάθηκε το παιχνίδι».
Η Λυρική στο ΚΠΙΣΝ και η παρτιτούρα των σχέσεων
Τον Ιανουάριο του 2017 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μπαίνει σε ένα κτήριο μεγαλοπρεπές που από μόνο του μπορεί να κλέψει την παράσταση, και ποντάρει αμέσως στην πυκνότητα: ρεπερτόριο που ανοίγει, αναθέσεις, συμπαραγωγές, Εναλλακτική Σκηνή, εκπαιδευτικά και κοινωνικά προγράμματα, ένα οικοσύστημα όπου η όπερα δεν αντιμετωπίζεται σαν μουσειακό είδος.
Φέρεται σαν άνθρωπος που πιστεύει ότι ένα θέατρο είναι μια παρτιτούρα σχέσεων, με ισορροπίες, σιωπές, και στιγμές όπου πρέπει να αφήσεις τον άλλον να ακουστεί.
Σε μια χώρα όπου οι θεσμοί αλλάζουν συχνά ρυθμό με τις κυβερνήσεις, η επιμονή της συνέχειας είναι από μόνη της σχόλιο. Το 2021, όταν η υπόθεση Λιγνάδη ήταν το κυρίαρχο θέμα συζήτησης, ο Κουμεντάκης μαζί με άλλους 55 δημιουργούς υπογράφει μια επιστολή υποστήριξης της Λίνας Μενδώνη, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την επιστημονική επάρκεια και το προσωπικό ύφος της υπουργού. Το έκανε γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, ότι θα δεχθεί επιθέσεις από κάποιους. Ο ίδιος υπερασπίστηκε την υπογραφή του με σταθερότητα, τονίζοντας ότι τον δαιμονίζει η αδικία, η πολιτική αντιπαράθεση και ότι τώρα ήταν ώρα για να φωτιστεί η ουσία.
Πέρυσι, όταν βουλευτής αποκαθήλωσε και πέταξε στο πάτωμα έργα τέχνης από την έκθεση η Σαγήνη του Αλλόκοτου στην Εθνική Πινακοθήκη, ήταν από τους πρώτους που δεν έβγαλε απλώς ανακοίνωση αλλά επισκέφθηκε την Πινακοθήκη και ανέβασε βίντεο για να καταδικάσει την ενέργεια. Γνώριζε ότι αυτό θα ενοχλούσε μέρος του κοινού. Και πάλι όμως αποφάσισε να είναι παρόν.
Γράφοντας ένα νέο έργο «προσωπικό και ολίγον τολμηρό»
Και τώρα, καθώς μπαίνει στην τέταρτη θητεία, επανεμφανίζεται ένα νήμα του υφαντού που είναι η ζωή του: η επιστροφή στη δική του δημιουργία. Στη συνέντευξη στο Βlue αποκάλυψε ότι γράφει ένα νέο έργο -«ένα έργο μουσικού θεάτρου και χορού» που θα παρουσιαστεί «την επόμενη χρονιά, καλώς εχόντων των πραγμάτων», και το περιγράφει ως «ενδιάμεση στάση» που εμπνέεται από τα παλιά και φέρνει έναν νέο κόσμο «αρκετά προσωπικό και ολίγον τολμηρό».
Είναι άραγε μια επιστροφή στον εαυτό, εκείνον που έγραφε μουσική κρυφά στο Νερατζέ, εκείνον που έφτιαχνε θέατρο με παιδιά πριν το φαγητό, εκείνον που μετά τους Ολυμπιακούς χρειάστηκε να ζήσει σε ένα νησί που φημίζεται για του ανέμους του, προκειμένου να σωθεί;
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο