Γιατί ο Μαζωνάκης άρεσε από τις λαϊκές γειτονιές ως τους «κουλτουριάρηδες»: Το φαινόμενο μιας φωνής -και ψυχής- που έφτασε παντού
Από τη Νίκαια και τη λαϊκή πίστα ως ένα κοινό που διέσχισε τάξεις, ηλικίες και διαφορετικούς κόσμους, ο Γιώργος Μαζωνάκης έγινε κοινή πολιτισμική αναφορά. Το μέταλλο της φωνής, η αυθεντικότητα, η τόλμη να εκτεθεί και να αυτοσαρκαστεί εξηγούν γιατί σήμερα τον τραγουδούν ακόμη και εκείνοι που πίστευαν ότι δεν τον άκουγαν.
Ένα αλλόκοτο, μακρύ, ατελείωτο ζεϊμπέκικο ηχεί σημέρα σε όλη την Ελλάδα με τη φωνή του Γιώργου Μαζωνάκη να ξεχύνεται στους δρόμους από μπαλκόνια και παράθυρα αυτοκινήτων. Στίχοι διαφορετικών τραγουδιών που συνθέτουν ένα νέο τραγούδι. Ένα μοιρολόι παράδοξο που ενώνει στίχους που έχουν τραγουδηθεί σε στιγμές χαράς και συντριβής από τους περισσότερους Έλληνες. Ακόμα και από όσους δεν το παραδέχθηκαν ποτέ, ή δεν το είχαν καν συνειδητοποιήσει οι ίδιοι.
Ο σημαντικός μουσικός παραγωγός Οδυσσέας Ιωάννου έγραψε στο facebook σήμερα. «Τριάντα χρόνια δεν το έπαιξα ποτέ στο ραδιόφωνο. Εδώ και τρεις ώρες το τραγουδάω συνέχεια. Εμμονικά, στο repeat. Περπατάω, πάω για δουλειές, παίρνω τα παιδιά, και συνέχεια τραγουδάω “τέσσερις πήγε – μου είπαν πάλι φύγε – φύγε από το μαγαζί”». Και στο τέλος: «Δεν με κέρδισε τόσα χρόνια, σήμερα με νίκησε».
Ξεχωρίζω αυτή την ανάρτηση από τις χιλιάδες -σήμερα το πρωί έκανε δήλωση και η Υπουργός Πολιτισμού, ήδη χθες είχε κάνει ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας– ακριβώς επειδή καταγράφει την εμπειρία κάποιου που βρισκόταν έξω από το αυτονόητο κοινό του. Τριάντα χρόνια χωρίς να παίξει το τραγούδι στο ραδιόφωνο και, παρ’ όλα αυτά, σήμερα θυμάται τον στίχο ακόμα και σωματικά. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην προσωπική προτίμηση και στη συλλογική εξοικείωση είναι ένα καλό σημείο για να αρχίσει κανείς να καταλαβαίνει την ιδιόμορφη θέση του Μαζωνάκη στην ελληνική κουλτούρα.
Το μουσικό γούστο ως μορφή κοινωνικής δήλωσης
Γιατί το ενδιαφέρον με τον Γιώργο Μαζωνάκη ξεπερνά κατά πολύ την εμπορική επιτυχία του. Τέτοιες καριέρες γνώρισε αρκετές το ελληνικό τραγούδι. Η δική του ιδιομορφία βρίσκεται στην κοινωνική έκταση της αποδοχής του. Τον άκουσαν άνθρωποι των λαϊκών συνοικιών, εργαζόμενοι, μετανάστες, άνθρωποι που έζησαν τη νύχτα ως χώρο εργασίας ή διασκέδασης, αλλά σταδιακά και ένα αστικό, μορφωμένο κοινό που είχε μεγαλώσει μαθαίνοντας ότι η πίστα βρισκόταν κάπου χαμηλότερα στην πολιτιστική ιεραρχία. Κάποια στιγμή ο Μαζωνάκης άρχισε να κυκλοφορεί με άνεση ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους. Κυρίως, με αυθεντικότητα -λέξη κλειδί.
Αυτό συνέβη σε μια Ελλάδα όπου το μουσικό γούστο υπήρξε για δεκαετίες μια μορφή κοινωνικής δήλωσης. Η διάκριση ανάμεσα στο «έντεχνο» και στο λαϊκό, στα μπουζούκια και στις συναυλίες, στην παραλιακή και στα μικρά live stages έκρυβε από πίσω της ολόκληρη ταξινόμηση ανθρώπων. Η μουσική που άκουγες μπορούσε να υποδηλώνει μόρφωση, κοινωνική τάξη, περιοχή, παρέα, ακόμη και την εικόνα που είχες για τον εαυτό σου και ήθελες να επιβάλεις, πολύ πριν το αναλάβουν αυτά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η πίστα αντιμετωπίστηκε συχνά από ένα κομμάτι της ελληνικής διανόησης σαν τόπος αισθητικής υπερβολής και μαζικής κατανάλωσης, ενώ το κοινό της είχε μάθει από την άλλη πλευρά να αντιμετωπίζει αυτή την περιφρόνηση ως ταξική αλαζονεία.
Ο Μαζωνάκης βρέθηκε ακριβώς πάνω στη ρωγμή. Η καταγωγή του ήταν απολύτως ευανάγνωστη. Νίκαια, δυτικές συνοικίες, λαϊκή οικογένεια, νυχτερινά μαγαζιά, η διαδρομή ενός παιδιού που μπήκε πολύ νέο σε έναν χώρο όπου η αποδοχή του κοινού κερδίζεται κάθε βράδυ. Αυτή η βιογραφία είχε σημασία, επειδή παρέμεινε ορατή ακόμη όταν ο ίδιος έγινε ένας από τους μεγαλύτερους σταρ της χώρας. Η κοινωνική άνοδος δεν συνοδεύτηκε από αλλαγή προφοράς, συμπεριφοράς ή από μια προσπάθεια πολιτιστικής μετάταξης. Η Νίκαια παρέμενε -με τον δικό του, ιδιοσυγκρασιακό τρόπο- η πυξίδα του.
Η συναισθηματική γραμματική του Γιώργου Μαζωνάκη
Εδώ πιθανότατα βρίσκεται και ένα μέρος της σχέσης του με τους μετανάστες και με ανθρώπους της εργασίας. Το λαϊκό τραγούδι λειτουργεί ιστορικά μέσα από την αναγνώριση πολύ περισσότερο από ό,τι μέσα από την αισθητική απόσταση. Οι ήρωες των τραγουδιών του Μαζωνάκη εργάζονται, ξενυχτούν, πίνουν, εγκαταλείπονται, επιστρέφουν, χάνουν τον έλεγχο, εκτίθενται. Η γλώσσα τους είναι άμεση και η δραματουργία τους στοιχειώδης με την καλή έννοια: κάποιος θέλει κάποιον που έχει φύγει. Κάποιος περιμένει. Κάποιος πονά. Κάποιος βρίσκεται ακόμη έξω στις τέσσερις το πρωί επειδή το σπίτι είναι το τελευταίο μέρος όπου θέλει να επιστρέψει.
Αυτή η συναισθηματική γραμματική ταξιδεύει εύκολα ανάμεσα στις τάξεις επειδή προηγείται της μόρφωσης και του γούστου. Η μοναξιά στις τέσσερις το πρωί είναι εξαιρετικά δημοκρατικό πράγμα. Από μόνη της, όμως, αυτή η εξήγηση θα μπορούσε να αφορά δεκάδες λαϊκούς τραγουδιστές. Στον Μαζωνάκη υπήρχε κάτι επιπλέον.
Το μέταλλο.Η λέξη ταιριάζει πρώτα στη φωνή του. Το γρέζι, η ελαφρά φθορά που ακουγόταν ακόμη και όταν ήταν νέος, ένας τρόπος να πιέζει ορισμένες λέξεις και να αφήνει άλλες σχεδόν να πέφτουν. Η φωνή του αναγνωριζόταν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, και αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια που μπορεί να διαθέτει ένας λαϊκός τραγουδιστής. Η τεχνική επάρκεια δημιουργεί καλούς ερμηνευτές. Το προσωπικό ηχόχρωμα δημιουργεί αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες.
Στην περίπτωσή του, όμως, το μέταλλο πέρασε από τη φωνή στον δημόσιο χαρακτήρα. Ο Μαζωνάκης διέθετε μεγάλη αντοχή στην έκθεση. Τριαντατρία χρόνια μέσα σε μια βιομηχανία που καταναλώνει γρήγορα τους ανθρώπους της, με περιόδους τεράστιας επιτυχίας, αλλαγές στη δισκογραφία και στη νυχτερινή διασκέδαση, δημόσια σχόλια για την εμφάνισή του, προσωπικές περιπέτειες, οικογενειακές συγκρούσεις, χλευασμό, υπερβολή. Η εικόνα του δεχόταν συνεχώς χτυπήματα και ο ίδιος επανερχόταν χωρίς ποτέ να προσπαθήσει να κρύψει τις αμυχές, τις ουλές, τον πόνο του.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα υπήρξε η σχέση του με την ανδρική εικόνα. Ο άνδρας της λαϊκής πίστας των αρχών της δεκαετίας του ’90 ερχόταν με αρκετά συγκεκριμένες οδηγίες χρήσης: κοστούμι, σεξουαλικότητα, βεβαιότητα, μια αρρενωπότητα που μπορούσε να υποφέρει στα τραγούδια αλλά όφειλε να διατηρεί τον έλεγχο της εικόνας της. Ο Μαζωνάκης άρχισε με τα χρόνια να μετακινεί αυτά τα όρια μπροστά στα μάτια ενός τεράστιου λαϊκού κοινού.
Η μόδα έγινε γι’ αυτόν γλώσσα. Τα εφαρμοστά ρούχα, οι φούστες, τα γυαλιά, τα χρώματα, οι εκκεντρικές εμφανίσεις, το παιχνίδι με το camp και με την ίδια την εικόνα του λαϊκού αρσενικού δημιούργησαν έναν σταρ που μπορούσε να κινείται ανάμεσα στον μάγκα και στον performer χωρίς να χρειάζεται να επιλέξει. Σήμερα αυτό μπορεί να φαίνεται λιγότερο ριζοσπαστικό. Τη στιγμή που συνέβαινε, και κυρίως στο περιβάλλον όπου συνέβαινε, ήταν πολύ πιο ασυνήθιστο.
Ρίσκαρε ακόμα και την γελoιοποίηση -γιατί δεν τον τρόμαζε
Η υπερβολή του απέκτησε δεύτερη ανάγνωση. Μπορούσες να απολαμβάνεις το τραγούδι και ταυτόχρονα την κατασκευή του Μαζωνάκη ως pop προσώπου. Η πίστα έγινε performance, το κοστούμι σχόλιο, η αρρενωπότητα παιχνίδι ανοιχτό σε ερμηνείες και αποδοχή, η queer κουλτούρα ανέβηκε μαζί του στην πίστα. Εκείνος είχε αρκετή αυτοπεποίθηση για να τα υποστηρίξει όλα αυτά αλλά και να γελάσει μαζί τους, να αυτοσαρκαστεί.
Αυτή η αμφισημία τον προστάτευσε από το κιτς περισσότερο από οποιαδήποτε προσπάθεια καλού γούστου. Το κιτς απαιτεί συχνά άγνοια της υπερβολής του. Ο Μαζωνάκης έδειχνε να γνωρίζει πολύ καλά πότε ήταν υπερβολικός.
Η ελευθερία που εξέπεμπε είχε μέσα της και μια σημαντική δόση αδιαφορίας για τη γελοιοποίηση. Αυτό είναι σπανιότερο απ’ όσο φαίνεται. Οι περισσότεροι δημόσιοι άνθρωποι, όσο περισσότερο επιτυγχάνουν, τόσο περισσότερο οργανώνουν την εικόνα τους ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο. Ο Μαζωνάκης διατήρησε τον κίνδυνο. Μπορούσε να εμφανιστεί κάπου και την επομένη να συζητά όλη η Ελλάδα τι φορούσε ή τι έκανε. Αυτή η πιθανότητα αποτελούσε μέρος της παρουσίας του.
Ίσως γι’ αυτό το «Ανήκω σε μένα» έγινε κάτι περισσότερο από έναν επιτυχημένο τίτλο μέσα στη διαδρομή του, επειδή συμπυκνώνει μια στάση που το κοινό είχε ήδη διαβάσει επάνω του: την ιδιοκτησία του εαυτού. Και αυτή μπορεί να είναι τελικά η ισχυρότερη εξήγηση για την οριζόντια αποδοχή του. Οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες που αγάπησαν τον Μαζωνάκη αναγνώριζαν διαφορετικά πράγματα στα τραγούδια του, αλλά πάνω στον ίδιο αναγνώριζαν κάτι κοινό: έναν άνθρωπο που είχε καταφέρει να παραμένει αναγνωρίσιμος ενώ άλλαζε, να ανεβαίνει κοινωνικά χωρίς να αποκόπτει τη λαϊκή του καταγωγή, να παίζει με την εικόνα του χωρίς να χάνει το κύρος του και να εκτίθεται χωρίς να γίνεται αδύναμος.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο