Γιατί ο Καποδίστριας είπε κατηγορηματικά «όχι» στην πρόταση να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας;
Στην πολυσυζητημένη ταινία «Καποδίστριας» ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής δείχνει σε μια σκηνή τον κόμη και μετέπειτα Κυβερνήτη της Ελλάδος, να ορκίζει κάποια μέλη – προφανώς – της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο ο Καποδίστριας από τα δεδομένα που έχουμε προκύπτει πως όχι απλώς δεν δέχθηκε να τεθεί επικεφαλής της σημαντικότερης μυστικής οργάνωσης που προετοίμασε την Επανάσταση του 1821, αλλά δεν ήταν καν μέλος της. Για ποιο λόγο όμως ο πολύπειρος διπλωμάτης αρνήθηκε να ηγηθεί αν και του προτάθηκε;
Την απάντηση μας τη δίνει ο 82χρονος ιστορικός και ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Χρήστος Λούκος. Η ενασχόλησή του με τον Κερκυραίο πολιτικό μετράει σχεδόν μισό αιώνα και το πρόσφατο συγγραφικό έργο υπό τον τίτλο: «Ιωάννης Καποδίστριας – Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας» (εκδόσεις ΜΙΕΤ – Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης) θεωρείται βιβλίο αναφοράς για τη ζωή, τη δράση, την πολιτική δραστηριότητα και την προσωπικότητα του «κόντε Νάνε», όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά η οικογένειά του. Όπως αναφέρει ο ακαδημαϊκός, η απόπειρα εκπροσώπων της οργάνωσης να τον εμπλέξουν στην υποθέσή τους, «θα τον φέρει σε δύσκολη θέση απέναντι στον τσάρο (σ.σ. Αλέξανδρο Α΄) και θα οπλίσει τους αντιπάλους του με επιχειρήματα εις βάρος του. Θυμίζουμε πως όταν συστάθηκε η Φιλική Εταιρεία, το 1914, εκείνος ήταν ανώτατος διπλωμάτης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και 8 χρόνια αργότερα θα αναλάμβανε Υπουργός Εξωτερικών της.

Η πρόταση από τον Γαλάτη
Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά: Το 1816, περίπου δύο χρόνια μετά τη δημιουργία της οργάνωσης, ο νεαρός Ιθακήσιος Νικόλαος Γαλάτης προσπάθησε να συναντήσει τον Καποδίστρια ως απεσταλμένος της μυστικής Εταιρείας και να τον πείσει να γίνει αρχηγός της. Ο Καποδίστριας όμως τον απέπεμψε, αφού τον συμβούλευσε να μην πει σε κανέναν τίποτε για το εγχείρημά που είχε στηθεί, να εγκαταλείψει τα ρωσικά εδάφη και να τονίσει σε όσους τον έστειλαν ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν μεθ’ εαυτών εις τον όλεθρον το αθώο και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ’ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ου η Θεία Πρόνοια αποφασίση άλλως».

«Να μην παρασύρονται από σκευωρίες ταραχοποιών»
Ο τσάρος Αλέξανδρος όμως, ενημερώθηκε από την πρώτη στιγμή για τις κινήσεις αυτές. Διέταξε την άμεση σύλληψη και την ανάκριση του Γαλάτη. Έτσι, η ρωσική πλευρά γνώριζε από νωρίς, με βάση όσα μαρτύρησε ο Γαλάτης, κάποια τουλάχιστον από τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Ο Καποδίστριας εξασφάλισε τη συγκατάθεση του τσάρου για να μην κρατηθεί ο Γαλάτης, αλλά να σταλεί εκτός συνόρων, με το αιτιολογικό ότι η κράτησή του θα ενοχοποιούσε τον ίδιο απέναντι στη ρωσική αστυνομία, ενώ αναπόφευκτα θα πληροφορείτο το ζήτημα ο Άγγλος πρεσβευτής στην Πετρούπολη (σ.σ. ο Γαλάτης ήταν Ιόνιος υπήκοος καθότι τα Επτάνησα τα κατείχαν οι Βρετανοί εκείνη την εποχή) και κατ’ επέκταση η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σοβαρό ενδεχόμενο να πληρώσουν τα αντίποινα της Υψηλής Πύλης (σ.σ. όπως αποκαλούνταν η οθωμανική εξουσία) πολλοί Έλληνες, «οι εντιμότεροι, οι πλουσιότεροι και ίσως οι μάλλον ξένοι προς την εταιρείαν». Η τακτική στην οποία φαίνεται ότι κατέληξαν τσάρος Αλέξανδρος και Καποδίστριας ήταν να καταβληθεί προσπάθεια να διαφωτιστούν οι Έλληνες των παραδουνάβιων περιοχών και της Οδησσού ώστε να μην παρασύρονται από τις «σκευωρίες των ταραχοποιών».
Διαβεβαίωση πως η Ρωσία επιθυμεί ειρηνικές σχέσεις με τους Τούρκους
Ο καθηγητής Χρήστος Λούκος αναφέρει παράλληλα ότι ίδιο έτος, το 1818, ο Καποδίστριας συνάντησε, στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας (σ.σ. το σημερινό Κισινάου, πρωτεύουσα της Μολδαβίας) τους απεσταλμένους των ηγενόμων της Βλαχίας και σε αυτούς επανέλαβε ότι ο Ρώσος αυτοκράτορας είχε «τη σταθερά και αμετάτρεπτη πρόθεση» να διατηρήσει ειρηνικές σχέσεις με τους Τούρκους, και τους κάλεσε να επενδύσουν στην πρόοδο των Ελλήνων, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση των νέων, έχοντας παράλληλα εμπιστοσύνη στον χρόνο και ελπίδα μόνο στη θεία πρόνοια. Απεσταλμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας μάλιστα ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που τα κατοπινά χρόνια θα γινόταν πρόεδρος του Εκτελεστικού (1822-1823) και πρωθυπουργός του ελληνικού κράτους.
Τα ίδια επανέλαβε και το 1819, στην εγκύκλια επιστολή που έστειλε κατά την παραμονή του στην Κέρκυρα, όταν από τις εκεί επαφές του διαπίστωσε ότι οι προσδοκίες των συνομιλητών του για ενδεχόμενη ρωσική υποστήριξη σε μια εξέγερση κατά των Τούρκων, ήταν διάχυτες.

Ο Καποδίστριας δεν κινούνταν κρυφά όπως ισχυρίζονται πολλοί
Βλέπουμε λοιπόν ότι στο ενδεχόμενο μιας πιθανής εξέγερσης που θα στηριζόταν στη βοήθεια των Ρώσων, ο Καποδίστριας χρησιμοποιούσε την ίδια γλώσσα και τα ίδια επιχειρήματα ακολουθώντας τις πεποιθήσεις του τσάρου.
«Δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι να δεχθούμε, όπως έχει συχνά υποστηριχθεί, ότι άλλα έλεγε και έγραφε φανερά και άλλα κατ’ ιδίαν. Και φυσικά άλλο είναι τί οι ακροατές του ήθελαν κάθε φορά να θεωρήσουν ως αληθινό ή υπονοούμενο» διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο πόνημα του κ. Λούκου.
«Άθλιοι» ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος
Στις αρχές του 1820 ο Καποδίστριας έγραφε με αγανάκτηση στον Α. Α. Πίνι, γενικό πρόξενο της Ρωσίας στη Μολδοβλαχία, ότι είχε λόγους να πιστεύει πως ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, αυτοί οι «άθλιοι», όπως τους αποκαλεί, «προκειμένου να προσδώσουν κάποια φαινομενική νομιμότητα στο εγκληματικό τους σχέδιο, καπηλεύονται το όνομα της «Εταιρείας των Φίλων των Μουσών» (σ.σ. που είχε σκοπό την ενίσχυση της εθνικής αφύπνισης) και αφήνουν να εννοηθεί, ίσως με έμμεσο τρόπο, ότι η αποστολή τους δεν είναι άγνωστη και πως εγώ σιωπηλά την εγκρίνω ή την ενθαρρύνω». Και του ζητούσε να τους καλέσει για να διαπιστώσει την αλήθεια, να τους επιπλήξει και να τους συμβουλεύσει, αλλά να κρατήσει μυστικές τις ομολογίες τους, γιατί, αν το μάθαινε η Πύλη, θα μπορούσαν ζωές και περιουσίες πολλών αθώων να κινδυνεύσουν.
Η επιστολή προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη
Ο Καποδίστριας επαναλαμβάνει το βασικό περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, τις ίδιες ημέρες, σε επιστολές του προς τον πρόκριτο Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο, τον γενάρχη της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον κοτζαμπάση της Καλαμάτας Λυμπεράκη Π. Μπενάκη. Οι επιστολές προς τους Πίνι, Βαρδαλάχο και Πετρόμπεη εγκρίθηκαν από τον τσάρο Αλέξανδρο και αντίγραφά τους στάλθηκαν στον πρεσβευτή της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη Στρόγκανοφ. Στο διαβιβαστικό έγγραφό του προς αυτόν, ο Καποδίστριας τόνισε ότι με το ίδιο πνεύμα που είχε συντάξει στην Κέρκυρα την εγκύκλια επιστολή του τον Απρίλιο του 1819, έγραψε και προς τον Πετρόμπεη και άλλους και πρόσθεσε: «Δεν θα πάψω να μιλώ για τη βελτίωση της τύχης των Ελλήνων σε όλους όσοι απευθύνονται σε μένα. Πρέπει να ελπίζουμε ότι χάρη στη τόσο μεγάλη επιμονή μου ίσως θα μπορέσω να επιτύχω να κατανοήσουν τα πραγματικά τους συμφέροντα».
«Θεώρησα απαραίτητο να αποτρέψω τη συμφορά»
Η αισιοδοξία του, ότι ίσως θα μπορούσε τελικά να τους αποτρέψει από τα σχέδιά τους φαίνεται καλύτερα στην παρακάτω επιστολή του προς τον μητροπολίτη Ιγνάτιο:
«[Από τις επιστολές προς τον Βαρδαλάχο και τον Πετρόμπεη] θα μάθετε για τα προληπτικά μέτρα που εγώ έπρεπε να λάβω, προκειμένου να αποφευχθούν οι επιπλοκές που απειλούν τη δύστυχη πατρίδα μας, ένα εργαλείο των οποίων θέλουν κατά κάποιον τρόπο να κάνουν εμένα. Υπάρχουν τυχοδιώκτες, ιδιαίτερα στο Βουκουρέστι, που μηχανεύονται μια ραδιουργία, τα αποτελέσματα της οποίας μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες καταστροφές». (σ.σ. κατονομάζει τους Φιλικούς, Αναγνωστόπουλο και Ξάνθο). «Αυτοί οι δύο άθλιοι παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως αρχηγούς μιας μυστικής εταιρείας, σκοπός της οποίας είναι δήθεν η λεγόμενη απελευθέρωση της Ελλάδας, και ξέρω ότι αυτοί καταχρώνται το όνομά μου, καθώς και το όνομα του Πρίγκιπα Καρατζά (σ.σ. Φαναριώτη ηγεμόνα της Βλαχίας). Θεώρησα απαραίτητο να αποτρέψω τη συμφορά, χωρίς να την επιδεινώσω με υπερβολική ανησυχία ή περίσσεια προληπτικών μέτρων».
«Υποδείξτε μου πώς πρέπει να δράσω στο μέλλον»
Στον δε πρόκριτο Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που ήταν από τους πρώτους που τάχθηκαν ακολούθως ανοικτά υπέρ της Επανάστασης, έγραφε μεταξύ των άλλων:
«Όσοι ίδρυσαν τη Φιλόμουσο Εταιρεία, «ποτέ δεν ήθελαν να ιδρύσουν μια μυστική εταιρεία, η οποία θα είχε σκοπό να καταστρέψει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων στην Ανατολή […]. Μη νομίζετε […] ότι τα περιορισμένα που μπορούν να σας παραχωρηθούν για τη συντήρηση του σχολείου σας θα αποτελέσουν εγγύηση για άλλα βοηθήματα, πιο σημαντικά, τα οποία εσείς θα μπορέσετε να διαχειρίζεστε κατά βούλησιν, για να διατηρήσετε την ανεξαρτησία σας με τα όπλα στα χέρια».
Με αυτά τα λόγια ο Καποδίστριας απαντούσε σε επιστολή του Πετρόμπεη με ημερομηνία 1/13 Αυγούστου 1819, κομιστής της οποίας ήταν ο αγγελιοφόρος και σύνδεσμος της Φιλικής Εταιρείας Κυριακός Καμαρινός, με την οποία ζητούσε οικονομική συνδρομή για ίδρυση σχολής στη Μάνη. Η επιστολή τελείωνε με τις ακόλουθες υπαινικτικές φράσεις: «Η θερμή αφοσίωσή μου με υποχρεώνει να παραδώσω τον εαυτό μου εξ ολοκλήρου στη διάθεσή σας· καταδεχθείτε μόνο να υποδείξετε πώς πρέπει να δράσω στο μέλλον».
Κατά τον λόγιο Ιωάννη Φιλήμονα, ο Κυριακός είχε σταλεί από τον Πετρόμπεη στον Καποδίστρια κυρίως για να ζητήσει μια μεγάλη χρηματική βοήθεια, που θα επέτρεπε τη στρατολόγηση ανδρών και την αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς και για να βολιδοσκοπήσει γενικά τη στάση του απέναντι στη Φιλική Εταιρεία. Επομένως, ο κομιστής της απαντητικής επιστολής του Καποδίστρια προς τον Πετρόμπεη, ο Καμαρινός Κυριακός, επιστολή την οποία όπως αναφέρθηκε είχε εγκρίνει ο αυτοκράτορας, αν έφτανε στον προορισμό του, θα μπορούσε παραδίδοντάς τη να ανατρέψει τη διάχυτη εικόνα της αναμενόμενης ρωσικής υποστήριξης.
Και αυτή η ρητή αποτρεπτική γραφή προς τον Πετρόμπεη δεν μπορεί, κατά τη γνώμη του ομότιμου καθηγητή κ. Λούκου, να αναιρεθεί από την υπόθεση ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν αμέτοχος της αποστολής στη Μάνη του «μόνιμου επαναστάτη» Χριστόφορου Περραιβού με το πρόσχημα να συμβάλει στην ίδρυση εκεί σχολείου, αλλά στην πραγματικότητα να συμμετάσχει στην προετοιμασία της επανάστασης.
Οι συναντήσεις Καποδίστρια – Ξάνθου
Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι δύσκολο να δεχθούμε λοιπόν ότι ο Καποδίστριας στη συνάντησή του με τον Εμμανουήλ Ξάνθο, έναν εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, μια δυο εβδομάδες μετά, δεν δέχθηκε μεν την αρχηγία της μυστικής οργάνωσης αλλά δεν διαφώνησε με τα επαναστατικά της σχέδια και μάλιστα ενέκρινε ή υπέδειξε την επιλογή του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως αρχηγού. «Στο ερώτημα, γιατί δέχθηκε τον Ξάνθο σε περισσότερες από μία συναντήσεις, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι δεν ήταν δύσκολο να αγνοήσει τις συστάσεις γι’ αυτόν του σπουδαίου λόγιου Άνθιμου Γαζή και πως αυτή τη φορά ήθελε ο ίδιος να πληροφορηθεί περισσότερα για την εταιρεία, αφού, για να μην εκτεθεί, όπως στην περίπτωση του Γαλάτη, απέναντι στον τσάρο, αποφάσισε να μη γνωστοποιήσει και αυτές τις συναντήσεις του στις ρωσικές αρχές. «Δεν μπορούμε επίσης, και τονίστηκε ήδη, να αγνοήσουμε ότι νόμιζε, εσφαλμένα όπως αποδείχθηκε, πως θα μπορούσε με το κύρος και τις διασυνδέσεις του να πείσει τελικά για το επικίνδυνο μιας πρόωρης εξέγερσης» σημειώνει ο κ. Λούκος.
Επομένως, οι φράσεις που ο Ξάνθος πολύ αργότερα, το 1845, υποστηρίζει ότι του είπε ο Καποδίστριας, αρνούμενος να λάβει την αρχηγία του κινήματος, «αν οι Αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα προς κατόρθωσιν του σκοπού των, ας τα μεταχειρισθώσιν, και ηύχετο να τους βοηθήσει ο Θεός», δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς ισχυρό προβληματισμό. Έπειτα, ο Ξάνθος δεν αναφέρει τίποτα για την αρνητική στάση της Ρωσίας, κάτι που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε ότι δεν του το έθιξε ο Καποδίστριας, ενώ επέμεινε σε αυτό στα παραπάνω κείμενά του και νωρίτερα στην εγκύκλια επιστολή του.
«Ποτέ ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να έχει τη συγκατάθεση του τσάρου»
Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Η εικόνα, ως προς αυτό το σημείο, κάπως αποκαθίσταται αν σταθούμε, με όλες τις επιφυλάξεις, σε μια πιο κοντά στα όσα συνέβησαν μαρτυρία. Σύμφωνα με ένα σημείωμα για τη Φιλική Εταιρεία που ο Φαναριώτης πρίγκιπας Αλέξανδρος Χαντζερής κατέθεσε στις ρωσικές αρχές, αναφερόμενος στον Ξάνθο (με τον οποίο είχε συναντηθεί τον Απρίλιο του 1821 στην Οδησσό), προκύπτει ότι ο Καποδίστριας, στην ερώτηση του Ξάνθου αν θα μπορούσαν οι Έλληνες να υπολογίζουν στη βοήθεια του τσάρου σε περίπτωση που επιχειρούσαν να ελευθερωθούν, δήλωσε κατηγορηματικά πως «ποτέ ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να πάρει τη συγκατάθεση της αυτοκρατορικής Αυλής και ότι σε κάθε περίπτωση αυτό θα θεωρούνταν απερίσκεπτο». Κατά τη μαρτυρία του ίδιου του Καποδίστρια, όταν συναντήθηκε με τον Αλ. Υψηλάντη, μεταξύ των άλλων που του είπε κατά των «ελεεινών εμποροϋπαλλήλων», οι οποίοι καταστρώνουν σχέδια εξέγερσης, τόνισε πως αν κάποιοι βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι προκαλώντας ταραχές θα εξαναγκάσουν τον αυτοκράτορα να δράσει, απατώνται οικτρώς και συγχρόνως γκρεμίζουν το έθνος στην άβυσσο.