Η αγρυπνία και η κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη ήταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχω ζήσει. Μας ένωσε. Νιώσαμε μικροί, νιώσαμε συμπάθεια και καλοσύνη. Μας έκανε περισσότερο ανθρώπους.
Στην αγρυπνία του τραγουδήσαμε τα τραγούδια του και τα νιώσαμε περισσότερο από ποτέ. Κλάψαμε μέσα από την ψυχή μας, σαν να χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο, που είπε και η Δήμητρα. Αυτό που σου έκανε περισσότερη εντύπωση όμως αυτό το διήμερο ήταν ο σεβασμός. Ό,τι και να ειπώθηκε, όσο και αν διαφωνούσες, όσο αν είχες θυμώσει με κάτι, αυτή δεν ήταν η στιγμή.
Ο κόσμος σεβάστηκε. Και τον τίμησε όπως του άξιζε.
Οι άνθρωποι που τον αγάπησαν κι ας μην τον «γνώριζαν» και που τους αγάπησε και ο ίδιος φρόντισαν να βάζουν τραγούδια του, ακριβώς τα σωστά τη σωστή στιγμή, κάτι που έκανε ακόμα πιο συγκινητικές τις στιγμές. Τα τραγουδήσαμε όλοι παρέα, τα νιώσαμε περισσότερο από ποτέ και ήρθαμε κοντά του. Γίναμε όλοι ένα.
Ήμασταν όλοι εκεί με έναν κοινό σκοπό. Θα μου πεις και σε μια συναυλία, σε ένα γήπεδο, σε μια εκκλησία όλοι με έναν κοινό σκοπό δεν βρίσκονται εκεί; Μόνο που αυτή τη φορά ο σκοπός ήταν να τιμήσουμε και να θρηνήσουμε «τον Γιώργο μας».
Τον Γιώργο, που έγινε «μας». Δεν ανήκε πια σε αυτόν τον κόσμο, δεν ανήκε καν σε εκείνον, όπως λέει το τραγούδι. Ανήκε πλέον σε εμάς.

Το κλίμα, το συναίσθημα αυτών των δύο ημερών δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Όλα ήταν κατανυκτικά και όλα έμοιαζαν συμβολικά.
Το κοράκι που ήταν συνέχεια εκεί ευχηθήκαμε να είναι η μετενσάρκωσή του κι ας μην πιστεύουμε σε αυτά.
Το ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε χωρίς να βρέχει.
Μπήκαμε σε ένα ξένο σπίτι για να ανέβουμε στην ταράτσα για καλύτερη θέα και όταν ήρθε ο διαχειριστής, αντί να μας διώξει μας είπε: «δεν πειράζει παιδιά, για τον Γιώργο μας». Έκλεινες κάποιον με το αμάξι και σου έλεγε: «δεν πειράζει, για τον Γιώργο μας».

Ζητήσαμε μία φωτογραφία από τους νεκροπομπούς, τους ανθρώπους που κουβάλησαν το φέρετρο στους ώμους και παρά την κούρασή τους φόρεσαν ξανά τις γραβάτες τους και είπαν: «για τον Γιώργο μας».

Εμείς, οι φωτογράφοι και οι δημοσιογράφοι δεν καλύπταμε για να προβληθούμε και ούτε για τα κλικ. Καλύπταμε γιατί σκεφτόμασταν τους ανθρώπους στα σπίτια τους, που θα ήθελαν να είναι εκεί και δεν μπορούσαν. Ο Μαζώ έδωσε λίγη από την καλοσύνη του σε όλους μας αυτές τις μέρες.
Αυτή τη φορά ήμασταν όλοι ενωμένοι. Γίναμε ένα. Ανεξάρτητα από ομάδα, φυλή, θρησκεία, πολιτικές πεποιθήσεις, τάξη. Όλοι ήμασταν εκεί για να τιμήσουμε τον Γιώργο Μαζωνάκη. Έναν άνθρωπο που μόνο καλό μας είχε κάνει. Έναν τραγουδιστή -που ό,τι μουσικές καταβολές κι αν είχαμε- σε κάποια φάση κλείσαμε τα μάτια, σηκώσαμε το χέρι και νιώσαμε λίγο πιο έντονα τα συναισθήματά μας με τα τραγούδια του. Έναν τραγουδιστή που αγαπήσαμε για την καλοσύνη του. Για την παιδική αθωότητα που κουβαλούσε. Για την εμπιστοσύνη του στο καλό.
Θα μου πεις ξέρεις ποτέ πραγματικά έναν διάσημο; Κι όμως. Ίσως τον ξέραμε πραγματικά. Ίσως τον ξέραμε καλύτερα και από αυτούς που τον ήξεραν. Γιατί η αίσθηση που αφήνει κάποιος όταν πεθαίνει είναι συνήθως η σωστή. Η υστεροφημία του, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Άλλωστε δεν χρειάζεται να ξέρεις ότι κάποιος κάνει φιλανθρωπίες για να πεις ότι ήταν καλός άνθρωπος. Το βλέπεις σε αυτά που λέει. Στο τι δεν λέει. Σε αυτά που τραγουδάει. Στο βλέμμα του. Και το βλέμμα του Γιώργου ήταν καθάριο.
