Faces Of Death: Το ριμέικ της πιο αμφιλεγόμενης ταινίας όλων των εποχών αναμένεται να διχάσει ξανά το κοινό
Το αμφιλεγόμενο ριμέικ χαρτογραφεί το τοπίο της σύγχρονης διαδικτυακής βίας, εκεί όπου το αναπαραγόμενο περιεχόμενο συνυπάρχουν σε μια συνεχή ροή εικόνων.
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την κυκλοφορία του αρχικού Faces of Death, το 1978, μιας ταινίας που ισορροπούσε ανάμεσα στο exploitation και την ψευδο-ντοκιμαντερίστικη αφήγηση, το ριμέικ του επιστρέφει σε μια εντελώς διαφορετική, ψηφιακά διαμορφωμένη πραγματικότητα. Η νέα εκδοχή, σε σκηνοθεσία του Daniel Goldhaber και σε συν-σενάριο με την Isa Mazzei, δεν περιορίζεται σε μια απλή αναβίωση ενός cult φιλμ τρόμου, αλλά επιχειρεί να χαρτογραφήσει το τοπίο της σύγχρονης διαδικτυακής βίας, εκεί όπου το πραγματικό και το αναπαραγόμενο περιεχόμενο συνυπάρχουν σε μια συνεχή ροή εικόνων.
«Αν πρόκειται να φέρεις το Faces of Death στη σύγχρονη εποχή, πρέπει να αντιμετωπίσεις το γεγονός ότι το Faces of Death είναι παντού», σημειώνει ο Goldhaber μιλώντας στο Variety, συνοψίζοντας τη βασική ιδέα πίσω από το reboot. Εκεί που το πρωτότυπο του 1978 παρουσίαζε μια συλλογή από δήθεν πραγματικά βίαια αποσπάσματα, σήμερα η διάχυση τέτοιου υλικού δεν απαιτεί κινηματογραφική αναπαράσταση. Υπάρχει ήδη, και μάλιστα σε αφθονία, στα feeds των κοινωνικών δικτύων.
Content moderator σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης
Η νέα ταινία ακολουθεί τη Margot, την οποία υποδύεται η Barbie Ferreira, μια εργαζόμενη ως content moderator σε μια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης που θυμίζει το TikTok. Η καθημερινότητά της περιστρέφεται γύρω από τη διαχείριση και το φιλτράρισμα ακραίου περιεχομένου, μέχρι τη στιγμή που εντοπίζει κάποια βίντεο που φαίνεται να καταγράφουν πραγματικούς φόνους, σκηνοθετημένους με αναφορές στην αρχική ταινία του 1978. Η αφήγηση μετατρέπεται έτσι σε ένα θρίλερ που εξερευνά όχι μόνο την ταυτότητα του δολοφόνου, αλλά και τη σχέση του κοινού με τη βία.
Η έμπνευση για το σενάριο προέκυψε πολύ εύκολα. Ο ίδιος ο Goldhaber αναφέρεται στην προσωπική του εμπειρία ως moderator σε startup κοινωνικών δικτύων. «Η πλατφόρμα γέμιζε σχεδόν αμέσως με ανθρώπους που ανέβαζαν snuff περιεχόμενο και παιδική πορνογραφία», θυμάται.
Η συν-σεναριογράφος Mazzei εντοπίζει την πρώτη της επαφή με τη βίαιη εικόνα ήδη από την παιδική της ηλικία, με τα πλάνα ανθρώπων που πηδούσαν από τους Δίδυμους Πύργους κατά τη διάρκεια των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου.
«Ήμουν πολύ μικρή και θυμάμαι να σκέφτομαι: πώς βλέπω έναν άνθρωπο να πηδά προς τον θάνατό του αυτή τη στιγμή;» λέει. Από εκεί και μετά, περιγράφει μια σταδιακή κλιμάκωση: αποκεφαλισμοί, αυτοκτονίες, ιστοσελίδες όπως το Rotten.com, μέχρι το σημείο όπου τέτοιες εικόνες εμφανίζονται χωρίς καν να τις αναζητάς. «Ανοίγω το Instagram ή το TikTok και μου σερβίρεται αυτό το περιεχόμενο».
Στην καρδιά αυτής της τάσης βρίσκεται ο μηχανισμός του infinite scroll. Η ατελείωτη κύλιση περιεχομένου ενισχύει την έκθεση σε εικόνες που προκαλούν έντονα συναισθηματικά αντανακλαστικά. «Ο αλγόριθμος ξέρει ότι θα το κοιτάξω έστω και για λίγα νανοδευτερόλεπτα περισσότερο από ένα χαρούμενο βίντεο», σημειώνει η Mazzei, μια παρατήρηση που αγγίζει ένα κρίσιμο σημείο: τη μετατροπή της ανθρώπινης αντίδρασης σε μετρήσιμη μονάδα προσοχής, αξιοποιήσιμη εμπορικά.
Η πολιτική διάσταση του θέματος δεν απουσιάζει. Οι δημιουργοί, που έχουν στο παρελθόν ασχοληθεί με έργα όπως το Cam και το How to Blow Up a Pipeline, βλέπουν το νέο Faces of Death ως ευκαιρία να εξετάσουν πώς η συνεχής έκθεση σε βία επηρεάζει τη συλλογική συνείδηση.
Για τις ανάγκες της ταινίας, η Mazzei και η ερευνήτρια Paris Peterson πέρασαν ώρες παρακολουθώντας πραγματικό υλικό από ειδήσεις και social media. Η εμπειρία αυτή είχε απρόσμενες συνέπειες. «Δεν σταμάτησε να με επηρεάζει», λέει η Mazzei. «Απλώς συνήθισα να νιώθω τραυματισμένη κάθε μέρα. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου αυτό το επίπεδο άγχους και αποξένωσης θεωρείται φυσιολογικό».
Η διαφορά με το παρελθόν, σύμφωνα με τους δημιουργούς, δεν έγκειται μόνο στην ποσότητα του υλικού αλλά και στον τρόπο διανομής του. Ενώ η φωτογραφία από πεδία μάχης και πολέμους λειτουργούσε ιστορικά ως κοινωνική παρέμβαση, με ανθρώπινη επιμέλεια σε κάθε στάδιο δημοσίευσης, σήμερα το περιεχόμενο αναπαράγεται από bots, επανασυντίθεται και διοχετεύεται μαζικά χωρίς φίλτρο. «Τώρα έχουμε αυτοματοποιημένα συστήματα που συλλέγουν, επεξεργάζονται και προωθούν υλικό απλώς για να δουν ποιος θα αλληλεπιδράσει», εξηγεί η Mazzei.
Η οικονομική διάσταση του φαινομένου
Η οικονομική διάσταση του φαινομένου αποτελεί ένα ακόμη επίπεδο ανάλυσης. Ο Goldhaber επισημαίνει ότι κάθε μεγάλη τραγωδία συνοδεύεται από αύξηση της διαδικτυακής δραστηριότητας. «Κάθε φορά που συμβαίνει μια μαζική επίθεση και όλοι παρακολουθούν τις εξελίξεις στα κινητά τους, οι πλατφόρμες πουλάνε διαφημίσεις πάνω σε αυτό», λέει. Αν και δεν υπάρχουν πάντα σαφή στοιχεία για άμεσο κέρδος από συγκεκριμένα περιστατικά, η αύξηση της εμπλοκής του κοινού μεταφράζεται συχνά σε εμπορική αξία.
Στο αφηγηματικό επίπεδο της ταινίας, η Margot προσπαθεί να εντοπίσει τον δημιουργό των βίντεο, έναν χαρακτήρα ονόματι Arthur, τον οποίο υποδύεται ο Dacre Montgomery. Ο χαρακτήρας αυτός παρουσιάζεται ως ένα τρολ, που αντιλαμβάνεται τη δυσλειτουργία του συστήματος και την εκμεταλλεύεται. «Ξέρει ότι το σύστημα είναι σάπιο και το χρησιμοποιεί για να κερδίσει προσοχή», λέει ο Goldhaber. Το σύνθημά του [«δώσε στον κόσμο αυτό που θέλει»] λειτουργεί ως σχόλιο για την ίδια τη φύση της διαδικτυακής κατανάλωσης.
Η πορεία της Margot αποτυπώνει μια αντίστροφη διαδρομή: από την πεποίθηση ότι μπορεί να επηρεάσει θετικά το ψηφιακό περιβάλλον, στην κατανόηση ότι ο ρόλος της αποτελεί μέρος ενός μηχανισμού που δύσκολα αλλάζει.
«Πίστευε ότι είχε δύναμη», σημειώνει η Mazzei, «αλλά τελικά συνειδητοποιεί ότι πρόκειται για μια ψευδαίσθηση». «Η ταινία δεν περιορίζεται έτσι σε ένα αφηγηματικό παιχνίδι τρόμου, αλλά λειτουργεί ως σχόλιο για τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία, την εξουσία και την ανθρώπινη ψυχολογία», καταλήγει εμφατικά το Variety.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο