Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Έβρος: Η επέκταση του φράχτη στα 75 χιλιόμετρα και τα επτά σημεία για τα οποία «φωνάζει» η Τουρκία

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ο φράχτης στον Έβρο έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα σημαντικότερα έργα ενίσχυσης της ελληνικής συνοριακής ασφάλειας, αποτελώντας βασικό εργαλείο της Αθήνας για την αντιμετώπιση των αυξημένων μεταναστευτικών πιέσεων στα χερσαία σύνορα με την Τουρκία.

Η αρχική κατασκευή του τεχνητού εμποδίου ξεκίνησε μετά την κρίση του 2020, όταν χιλιάδες μετανάστες επιχείρησαν να περάσουν μαζικά στην ελληνική πλευρά του Έβρου, με τις ελληνικές δυνάμεις να ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή. Από τότε, η επέκταση και η ενίσχυση του φράχτη αποτέλεσαν σταθερή προτεραιότητα για την ελληνική κυβέρνηση.

Το έργο στον κεντρικό Έβρο ξεκίνησε το 2023 και αφορούσε συνολικό μήκος περίπου 35 χιλιομέτρων, με την ολοκλήρωσή του να πραγματοποιείται στις αρχές του 2025. Παράλληλα, η Αθήνα έχει προχωρήσει στον σχεδιασμό νέων επεκτάσεων, με στόχο τη σταδιακή κάλυψη μεγαλύτερου τμήματος της συνοριακής γραμμής.

Η κατασκευή του φράχτη δεν αφορά μόνο την τοποθέτηση ενός φυσικού εμποδίου. Περιλαμβάνει έργα υποδομής, ενίσχυση των μέσων επιτήρησης, χρήση τεχνολογικών συστημάτων παρακολούθησης και δημιουργία ενός συνολικού πλέγματος προστασίας των συνόρων.

Ωστόσο, κατά την εξέλιξη του έργου προέκυψαν ορισμένα τεχνικά και διπλωματικά ζητήματα σε συγκεκριμένα σημεία της περιοχής.

Τα επτά σημεία που έμειναν εκτός και η απόφαση για ολοκλήρωση του έργου

Κατά μήκος του έργου στον κεντρικό Έβρο υπήρχαν επτά σημεία συνολικού μήκους περίπου πέντε χιλιομέτρων, στα οποία δεν είχε αρχικά προχωρήσει η μόνιμη κατασκευή του φράχτη.

Ο λόγος δεν ήταν τεχνική αδυναμία, αλλά η εκκρεμότητα σχετικά με την ακριβή αποτύπωση της συνοριακής γραμμής. Τα συγκεκριμένα σημεία βρίσκονται σε περιοχές όπου η μεταβολή της κοίτης του ποταμού Έβρου, που αποτελεί φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, έχει δημιουργήσει διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς την ακριβή χάραξη.

Η ελληνική πλευρά βασίζεται στις δικές της χαρτογραφικές αποτυπώσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι περιοχές αυτές βρίσκονται εντός ελληνικής επικράτειας. Για ένα διάστημα εξετάστηκε ακόμη και η λύση ενός προσωρινού, μετακινούμενου εμποδίου, ώστε να μην υπάρξει μόνιμη κατασκευή πριν ξεκαθαριστεί η τεχνική διάσταση του ζητήματος.

Παράλληλα, το 2024 οι ελληνικές αρχές προχώρησαν σε ψηφιακή αποτύπωση της συνοριακής γραμμής, αντικαθιστώντας παλαιότερες αναλογικές καταγραφές που βασίζονταν σε δεδομένα του 1926. Η νέα χαρτογράφηση ανέδειξε ορισμένες αποκλίσεις σε σχέση με τα παλαιότερα στοιχεία, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την τεχνική εξέταση των συγκεκριμένων περιοχών.

Τους τελευταίους μήνες, πάντως, η Αθήνα αποφάσισε να προχωρήσει στην ολοκλήρωση του φράχτη και στα επίμαχα σημεία, ακολουθώντας τη χάραξη που αποτυπώνεται στους ελληνικούς χάρτες. Η κατασκευή γίνεται πλέον ως μόνιμη υποδομή, με θεμελίωση και πασσαλόμπηξη, εγκαταλείποντας την προηγούμενη σκέψη για κινητό εμπόδιο.

Η τουρκική αμφισβήτηση και η ρηματική διακοίνωση στην Αθήνα

Η απόφαση της Ελλάδας να προχωρήσει στην κατασκευή στα συγκεκριμένα σημεία προκάλεσε την αντίδραση της Άγκυρας.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν, η Τουρκία υπέβαλε επίσημη διαμαρτυρία προς την Αθήνα, υποστηρίζοντας ότι τμήματα στα οποία κατασκευάζεται ο φράχτης βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος. Η τουρκική πλευρά αμφισβητεί τη χωροθέτηση της υποδομής σε επτά σημεία του κεντρικού Έβρου, συνολικού μήκους περίπου πέντε χιλιομέτρων.

Η διαμαρτυρία εκφράστηκε μέσω ρηματικής διακοίνωσης, η οποία διαβιβάστηκε μέσω του μηχανισμού επαφής Ελλάδας, Τουρκίας και Βουλγαρίας στον συνοριακό σταθμό του Καπιτάν Αντρέεβο.

Η ελληνική πλευρά, πάντως, θεωρεί ότι η κατασκευή πραγματοποιείται εντός της ελληνικής επικράτειας και συνεχίζει κανονικά τις εργασίες, ενώ το θέμα βρίσκεται σε γνώση των αρμόδιων υπηρεσιών και των υπουργείων Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη.

Η νέα διαφορά προστίθεται σε μια μακρά σειρά ζητημάτων που επηρεάζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με τον Έβρο να παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία επαφής των δύο χωρών, όχι μόνο λόγω του μεταναστευτικού, αλλά και λόγω της σημασίας του ως χερσαίου συνόρου και πεδίου πιθανών διπλωματικών αντιπαραθέσεων.