Ένα Grammy αλλάζει τη δημιουργικότητα των καλλιτεχνών -Η επίδραση του βραβείου στη μουσική που γράφουν
Μια εκτεταμένη κοινωνιολογική έρευνα που κάλυψε τις τέσσερις βασικές κατηγορίες των Grammy από το 1959 έως το 2018 επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα.
Όταν μιλάμε για τα Grammy, συνήθως στεκόμαστε στις πωλήσεις, στην προβολή, στο άλμα μιας καριέρας από την αφάνεια στο προσκήνιο. Είναι κοινός τόπος ότι ένα βραβείο μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής επιτυχίας -«sales juicer», όπως έχει ειπωθεί-, ανεβάζοντας άλμπουμ στα charts και μετατρέποντας υποσχόμενους καλλιτέχνες σε πρωταγωνιστές της παγκόσμιας μουσικής σκηνής. Αυτό που παρέμενε λιγότερο διερευνημένο, όμως, είναι αν αυτή η αναγνώριση αλλάζει την ίδια τη μουσική που δημιουργούν οι καλλιτέχνες.
Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά
Μια εκτεταμένη κοινωνιολογική έρευνα που κάλυψε τις τέσσερις βασικές κατηγορίες των Grammy από το 1959 έως το 2018 -Άλμπουμ της Χρονιάς, Ηχογράφηση της Χρονιάς, Τραγούδι της Χρονιάς και Καλύτερος Νέος Καλλιτέχνης- επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό. Το δείγμα περιλάμβανε 1.036 υποψηφίους, εκ των οποίων μόλις 278 κέρδισαν τουλάχιστον ένα βραβείο, ενώ περισσότεροι από τους μισούς υποψήφιους εμφανίστηκαν μόνο μία φορά στη διάρκεια της καριέρας τους.
Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά: όσοι κερδίζουν Grammy τείνουν να απομακρύνονται στιλιστικά τόσο από το προηγούμενο έργο τους όσο και από το κυρίαρχο ύφος του είδους τους, ενώ όσοι προτείνονται αλλά χάνουν κάνουν το αντίθετο – κινούνται πιο κοντά στο mainstream.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Christina Aguilera
Για να μετρηθεί αυτή η «απόσταση», οι ερευνητές χρησιμοποίησαν εργαλεία μηχανικής μάθησης, χαρτογραφώντας κάθε άλμπουμ σε έναν πολυδιάστατο χώρο ειδών και υποειδών -από experimental και new wave μέχρι punk και dance rock- και υπολογίζοντας πόσο αποκλίνει από τις υπόλοιπες κυκλοφορίες του ίδιου είδους τα προηγούμενα τρία χρόνια. Όσο μεγαλύτερη η απόσταση τόσο μεγαλύτερη η καλλιτεχνική διαφοροποίηση. Η μεθοδολογία επιτρέπει να αποτυπωθεί με ακρίβεια αυτό που συχνά αντιλαμβανόμαστε διαισθητικά: πότε ένας καλλιτέχνης «ρισκάρει» και πότε συμμορφώνεται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Christina Aguilera. Μετά τη βράβευσή της ως Καλύτερη Νέα Καλλιτέχνιδα το 2000, εγκατέλειψε το ασφαλές teen dance-pop του ντεμπούτου της και στο επόμενο άλμπουμ της ενσωμάτωσε στοιχεία R&B, flamenco και rock, δημιουργώντας ένα έργο με στιλιστική απόσταση σχεδόν τετραπλάσια από τον μέσο όρο της pop/rock εκείνης της περιόδου. Αντίθετα, στην περίπτωση του κιθαρίστα Charlie Byrd και του σαξοφωνίστα Stan Getz, που προτάθηκαν αλλά δεν κέρδισαν Grammy για το πρωτοποριακό Jazz Samba, η μετέπειτα πορεία τους κινήθηκε σε πιο προβλέψιμα μονοπάτια, καθώς το bossa nova έγινε γρήγορα κοινός τόπος στην αμερικανική τζαζ.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται σε όλο το δείγμα: οι νικητές αποκτούν θάρρος -ή, ακριβέστερα, διαπραγματευτική ισχύ- για να ακολουθήσουν τις προσωπικές τους καλλιτεχνικές εμμονές. Οι μη νικητές, αντιθέτως, φαίνεται να εκλαμβάνουν την ήττα ως σήμα ότι απομακρύνθηκαν υπερβολικά από τον κανόνα και προσαρμόζονται αναλόγως.
Παρότι όλοι οι υποψήφιοι βλέπουν σημαντική εμπορική άνοδο -κατά μέσο όρο περίπου 22 θέσεις ψηλότερα στα charts-, οι νικητές απολαμβάνουν επιπλέον ώθηση, ενώ όλοι λαμβάνουν αυξημένους πόρους παραγωγής, περίπου 50% περισσότερους από πριν. Κι όμως, αυτοί οι πόροι αξιοποιούνται διαφορετικά: οι βραβευμένοι τους μετατρέπουν σε καλλιτεχνικό ρίσκο, οι υπόλοιποι σε ασφάλεια.
Η εξήγηση δεν είναι μόνο ψυχολογική
Η εξήγηση δεν είναι μόνο ψυχολογική, αν και οι κοινωνικοί ψυχολόγοι μιλούν για το «άγχος της σχεδόν επιτυχίας», μια κατάσταση που γεννά απογοήτευση και τάση συμμόρφωσης. Είναι και βαθιά βιομηχανική. Η ιστορία της ποπ είναι γεμάτη συγκρούσεις ανάμεσα σε δημιουργούς και εταιρείες.
Ο George Michael είχε περιγράψει τη Sony ως μηχανή που τον αντιμετώπιζε σαν «λογισμικό», ενώ ο Prince άλλαξε ακόμη και το όνομά του σε σύμβολο για να διαμαρτυρηθεί για τον συμβατικό έλεγχο της Warner Bros. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα Grammy λειτουργεί σαν μοχλός: δίνει στον καλλιτέχνη επιχειρήματα για περισσότερη ελευθερία στο στούντιο.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι αυτή η ελευθερία δεν είναι απεριόριστη. Όσο μεγαλύτερη ήταν η προηγούμενη εμπορική επιτυχία ενός νικητή -ή όσο πιο ισχυρή η δισκογραφική του- τόσο μικρότερη η τάση για πειραματισμό μετά το βραβείο. Με απλά λόγια, όσοι έχουν περισσότερα να χάσουν ρισκάρουν λιγότερο. Το ίδιο μοτίβο μπορεί να ανιχνευθεί σε εμβληματικές πορείες όπως του David Bowie ή του Lou Reed, όπου κάθε δημιουργική στροφή συνδέεται όχι μόνο με προσωπική αναζήτηση, αλλά και με συγκεκριμένες ισορροπίες ισχύος.
Το τελικό συμπέρασμα είναι διττό και, για πολλούς, άβολο: τα βραβεία ενισχύουν τη δημιουργικότητα, αλλά μόνο για όσους κερδίζουν. Οι υποψηφιότητες από μόνες τους οδηγούν συχνά σε ομοιομορφία. Κι επειδή οι χαμένοι είναι πάντα περισσότεροι από τους νικητές, τίθεται ένα προκλητικό ερώτημα: μήπως η μουσική βιομηχανία θα ήταν πιο υγιής αν ανακοινώνονταν μόνον οι νικητές, όπως συμβαίνει με τα Νόμπελ; Ένα τέτοιο σύστημα ίσως προστάτευε τους μη βραβευμένους από την πίεση της συμμόρφωσης, αλλά ταυτόχρονα θα τους στερούσε την εμπορική ώθηση που φέρνει έστω και μια υποψηφιότητα.
Τα βραβεία δεν ορίζουν τι είναι «καλή μουσική». Αλλά, όπως δείχνουν τα δεδομένα, επηρεάζουν βαθιά τη μουσική που τελικά φτάνει στα αυτιά μας.
- Όλες οι ειδήσεις
- Οι κρυφές μετρήσεις που δείχνουν 5ο το ΠΑΣΟΚ, αδιαφορία Μαξίμου για τον Σαμαρά, οι αμπελοφιλοσοφίες Ρουσόπουλου και τα Louboutin της Αλεξοπούλου
- Η παράξενη περίπτωση της Γροιλανδίας -Είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου η στάθμη της θάλασσας πέφτει
- Ο ρωσόφιλος YouTuber-ευρωβουλευτής Φειδίας στήνει ευρωομάδα: Ποιους Έλληνες βολιδοσκοπεί
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο