Μεγάλη μείωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας το 2026 και τα επόμενα χρόνια έως το 2031, βασιζόμενη σε υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεσή του (Fiscal Monitor) που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Σε μία περίοδο που το δημόσιο χρέος των αναπτυγμένων οικονομιών του κόσμου αυξήθηκε στο 108% του ΑΕΠ το 2025 και θα ακολουθεί ανοδική τροχιά, φτάνοντας στο 114,8% το 2031, στην Ελλάδα προβλέπεται να μειωθεί θεαματικά την ίδια περίοδο από το 145,7% του ΑΕΠ στο 110,9%, κάτω δηλαδή από τον μέσο όρο.
Το ελληνικό χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει στο 136,9% το 2026 και στο 130,3% το 2027, συνεχίζοντας την πτωτική πορεία έως το 2031 που είναι το τελευταίο έτος των προβλέψεων του ΔΝΤ.
Στην αιχμή της αύξησης του χρέους των αναπτυγμένων οικονομιών βρίσκονται οι ΗΠΑ, το χρέος των οποίων αναμένεται να εκτιναχθεί από 123,9% το 2025 στο 142,1% το 2031.
Το χρέος της Ευρωζώνης προβλέπεται επίσης να αυξηθεί, αλλά με συγκρατημένο ρυθμό, φθάνοντας στο 89,7% το 2031 από 87,1% το 2025.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 94% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπεται να φτάσει το 100% το 2029, ένα χρόνο νωρίτερα απ’ ό,τι ανέμενε το ΔΝΤ πριν από μόλις ένα χρόνο, με ιδιαίτερη βαρύτητα να έχει και η αύξηση του χρέους της Κίνας. «Οι δυναμικές του παγκόσμιου χρέους παραμένουν δυσμενείς. Αν και οι αυξήσεις στο χρέος επικεντρώνονται στην Κίνα και τις ΗΠΑ, αδυναμίες υπάρχουν ευρύτερα», αναφέρει το Ταμείο.
Στη βάση της ταχείας αποκλιμάκωσης του ελληνικού χρέους βρίσκονται τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά έως το 2031, αλλά να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Ειδικότερα, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να μειωθεί από το 4,4% του ΑΕΠ το 2025 στο 3,8% το 2026 και περαιτέρω στο 3,1% το 2027, για να διαμορφωθεί στο 2,7% το 2031.
Την ίδια περίοδο, η Ευρωζώνη αναμένεται να έχει πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο θα βαίνει μειούμενο από 1,4% το 2025 στο 0,6% το 2031.
Καθώς το παγκόσμιο χρέος είναι σε σαφή ανοδική τροχιά, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι το σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή απαιτεί πειθαρχημένη δημοσιονομική αντίδραση από τις χώρες. Η σύγκρουση «εντείνει την παγκόσμια αβεβαιότητα σε μία περίοδο πιεσμένων δημόσιων οικονομικών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πολιτικές που διατηρούν τη μελλοντική σταθερότητας», αναφέρει.
Με το χρέος να είναι ήδη υψηλό σε πολλές χώρες – καθώς έχουν προηγηθεί η πανδημία και η κρίση στις τιμές ενέργειας και τροφίμων λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία – τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά, να εστιάζουν σε όσους είναι πιο εκτεθειμένοι και λιγότερο ικανοί να απορροφήσουν τις αυξήσεις τιμών», σημειώνει το Ταμείο.
«Οι υπεύθυνοι για την πολιτική πρέπει να αντιληφθούν ότι οι αγορές γίνονται λιγότερο συγχωρητικές. Το περασμένο έτος, οι επενδυτές αμφισβητούσαν όλο και περισσότερο τις υποθέσεις για απεριόριστη ικανότητα δανεισμού – ακόμη και για μεγάλες αναπτυγμένες οικονομίες. Τα επεισόδια νέας τιμολόγησης στην Ιαπωνία, τις ΗΠΑ και μέρη της Ευρώπης αντανακλούν αυξημένη ευαισθησία σε δημοσιονομικές υστερήσεις και αδύναμα μεσοπρόθεσμα πλαίσια», σημειώνει το ΔΝΤ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
