Χρήστος Καλογρίτσας: Από τις προσπάθειες δημιουργίας του «ΣΥΡΙΖΑ TV» στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου
Η πολυσυζητημένη υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών πριν από ακριβώς μια δεκαετία δεν τελείωσε με την αποχώρηση της πλευράς του επιχειρηματία, Χρήστου Καλογρίτσα, από τον διαγωνισμό, ούτε έκλεισε με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε αντισυνταγματικό τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση είχε οργανώσει τη διαδικασία, δίνοντας την αρμοδιότητα στον υπουργό, Νίκο Παππά, και όχι στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Αντιθέτως, τα επόμενα χρόνια η υπόθεση επέστρεψε με μεγαλύτερο θεσμικό βάρος, καθώς οι δύο άνδρες κάθισαν τελικά στο εδώλιο.
Στο επίκεντρο θα βρίσκονταν αυτή τη φορά οι καταγγελίες του Χρήστου Καλογρίτσα, που το 2016 είχε εμφανιστεί μέσω του γιου του Ιωάννη – Βλαδίμηρου Καλογρίτσα, ως προσωρινός υπερθεματιστής για την απόκτηση τηλεοπτικής άδειας κόστους 52,6 εκατομμυρίων ευρώ. Κατά την εκδοχή του, σε όλη αυτή τη διαδικασία δεν είχε κινηθεί μόνος του, αλλά υπήρχε πολιτικός σχεδιασμός για τη δημιουργία τηλεοπτικού σταθμού φιλικού προς την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, με τον ίδιο να εμφανίζεται ως το πρόσωπο που θα υλοποιούσε το εγχείρημα.
Η πλευρά Παππά απέρριψε κατηγορηματικά αυτή την αφήγηση, υποστηρίζοντας ότι οι καταγγελίες Καλογρίτσα αξιοποιήθηκαν πολιτικά από τη Νέα Δημοκρατία και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, προκειμένου να πληγεί ο ίδιος και να απαξιωθεί η προσπάθεια της τότε κυβέρνησης να βάλει μια τάξη στο άναρχο τηλεοπτικό τοπίο. Όμως οι καταγγελίες Καλογρίτσα, μαζί με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στη συνέχεια, θα άνοιγαν τον δρόμο για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής στη Βουλή και ακολούθως για το Ειδικό Δικαστήριο.
Αυτή ακριβώς την πορεία θα εξετάσουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του Newsbeast για τα έργα και τις ημέρες του επιχειρηματία Χρήστου Καλογρίτσα. Θυμίζουμε ότι στο πρώτο μέρος παρακολουθήσαμε τη διαδρομή του από την Καρδίτσα, την Αριστερά και την έκδοση της εφημερίδας «Πρώτη», έως την επιχειρηματική του γιγάντωση μέσα από τα δημόσια έργα τα οποία λάμβανε μέσω της πετυχημένης εταιρείας του με την επωνυμία «Τοξότης» και τη σχέση του με τον τραπεζικό δανεισμό.
Στο δεύτερο μέρος εξετάσαμε πώς επιχείρησε, μέσω του γιου του Ιωάννη – Βλαδίμηρου, να περάσει από τα εργοτάξια στην τηλεόραση, διεκδικώντας μία από τις τέσσερις άδειες πανελλαδικής εμβέλειας στον διαγωνισμό του 2016 καθώς και το τι συνέβη με τα περίφημα «βοσκοτόπια» της Ιθάκης, την εγγυητική της Attica Bank ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ και τη σχέση του με τον λιβανέζικο όμιλο CCC.
Όλα αυτά θα είχαν ως απότοκο την ενδελεχή διερεύνησή τους από τη Δικαιοσύνη.
Η σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής
Τον Ιούλιο του 2019 ο Αλέξης Τσίπρας παραδίδει την πρωθυπουργία στον Κυριάκο Μητσοτάκη, καθώς στις εθνικές κάλπες της 7ης εκείνου του μηνός η Νέα Δημοκρατία θα λάμβανε 39,85% (εκλέγοντας 158 βουλευτές) έναντι 31,53% του ΣΥΡΙΖΑ που εξέλεξε 86 βουλευτές. Στο Κοινοβούλιο θα έμπαιναν επίσης το ΚΙΝΑΛ με επικεφαλής τη Φώφη Γεννηματά που πήρε 8,1% (22 βουλευτές), το ΚΚΕ με 5,3% (15 βουλευτές), η Ελληνική Λύση με 3,7% (10 βουλευτές) και το ΜέΡΑ25 με 3,44% (9 βουλευτές). Τα όσα είχαν γίνει με τις τηλεοπτικές άδειες όμως δεν είχαν ξεχαστεί. Ενάμιση χρόνο αργότερα, τέλη Μαρτίου του 2021 η Ολομέλεια της Βουλής αποφασίζει με 187 ψήφους υπέρ, 85 κατά, 16 παρόντες και 1 άκυρο, επί συνόλου 289 παριστάμενων, να εγκρίνει τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών του Νίκου Παππά στην υπόθεση.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη δικογραφία, ο πρώην υπουργός μεσολάβησε ώστε ο επιχειρηματίας Χρήστος Καλογρίτσας να εισπράξει 3 εκατομμύρια ευρώ από την κατασκευαστική εταιρεία CCC λιβανέζικων συμφερόντων προκειμένου να συμμετάσχει στον διαγωνισμό. Στόχος, όπως αναφέρεται στα παραπεμπτικά έγγραφα, ήταν η δημιουργία ενός τηλεοπτικού σταθμού που θα στήριζε πολιτικά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Από την πρώτη στιγμή η διαδικασία θα ήταν πολιτικά φορτισμένη.
Η Νέα Δημοκρατία υποστήριζε ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις πως ο τότε υπουργός Επικρατείας δεν περιορίστηκε στον θεσμικό του ρόλο, αλλά παρενέβη ώστε να στηθεί ένας νέος τηλεοπτικός παίκτης φιλικός προς τον Αλέξη Τσίπρα και την κυβέρνησή του. Η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ αντέτεινε ότι η Προανακριτική ήταν μια ακόμη προσπάθεια ποινικοποίησης μιας κυβερνητικής επιλογής και πως γινόταν καθαρά και μόνο για να αποκτήσει η ΝΔ πολιτικά οφέλη. Τελικά το πόρισμα της πλειοψηφίας της Προανακριτικής Επιτροπής, που συνυπογράφουν βουλευτές της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ και επιδόθηκε στον Πρόεδρο της Βουλής στις 29 Ιουνίου 2021, ανέφερε ότι έχουν προκύψει ενδείξεις για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος εκ μέρους του κ. Παππά και συνεπώς θα πρέπει να συνεχιστεί η δικαστική έρευνα. Να σημειωθεί πάντως ότι το πόρισμα της πλειοψηφίας πρότεινε την παραπομπή του Νίκου Παππά για παράβαση καθήκοντος, όχι όμως και για το βαρύτερο αδίκημα της δωροληψίας πολιτικού αξιωματούχου, καθώς κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς αποδείξεις για αυτό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση ανέφερε στο δικό της πόρισμα ότι δεν έχουν προκύψει ενδείξεις για την τέλεση οποιασδήποτε εγκληματικής πράξης από τον ελεγχόμενο τέως υπουργό. Το ΚΚΕ έκανε λόγο για πολιτικές ευθύνες, αλλά όχι για ικανές και επαρκείς ενδείξεις για τέλεση ποινικών αδικημάτων, ενώ απείχαν από τη διαδικασία το ΜέΡΑ25 και η Ελληνική Λύση.
«Καπετάνιε, θα μας δώσεις το όνομά σου για κανάλι και τα λοιπά;»

Στο επίκεντρο της Προανακριτικής βρέθηκαν οι καταθέσεις Καλογρίτσα, τα 3 εκατομμύρια ευρώ που συνδέθηκαν με τη λιβανέζικων συμφερόντων CCC, τα γραπτά μηνύματα που είχε ανταλλάξει ο επιχειρηματίας με τον τότε υπουργό και οι αναφορές που, κατά την πλευρά της πλειοψηφίας, ενίσχυαν την εκδοχή περί παρασκηνιακού σχεδίου. Στις 17 Μαΐου ο Χρήστος Καλογρίτσας καταθέτει ενώπιον της Προανακριτικής ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Νίκο Παππά και ότι μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, τον κάλεσε να συμπράξουν προκειμένου να δημιουργηθεί τηλεοπτικός σταθμός που θα υποστήριζε την Κουμουνδούρου.
Μάλιστα, προς επίρρωση των ισχυρισμών του, έδειξε στα μέλη της Προανακριτικής έναν φάκελο με τυπωμένα email και sms. Κι απευθυνόμενος στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ είπε πως «αν δεν πει ο Παππάς αυτά που πραγματικά έγιναν, θα υποχρεωθώ να τα δείξω».
Ο διάλογος που ακολούθησε, σύμφωνα με πηγές από την Επιτροπή, είχε ως εξής:
Χρ. Καλογρίτσας: Στήριζα το ΣΥΡΙΖΑ με όλες μου τις δυνάμεις. Ήμουν και είμαι Αριστερός. […]Μετά τις εκλογές κι αφού κερδίσαμε, κι επειδή είχα την εμπειρία, με φώναξαν και μου ζήτησαν να συμπράξω μαζί τους για τα ΜΜΕ. Ο Νίκος Παππάς και κάποια «παιδιά».
Στ. Κελέτσης (Πρόεδρος της Προανακριτικής και βουλευτής ΝΔ): Ποια παιδιά;
Χρ. Καλογρίτσας: Θα τα θυμηθώ στην πορεία. Τα έχω καταγεγραμμένα. Το καλοκαίρι του 2016, στις αρχές, είχαμε εκδηλώσει ενδιαφέρον με την ομάδα που συνεργαζόμουν.
Στ. Κελέτσης: Ομάδα επιχειρηματική;
Χρ. Καλογρίτσας: Όχι. Ο Παππάς ήταν. Το καλοκαίρι του 2016 με φώναξε ο πολυαγαπημένος μου φίλος Παππάς και μου είπε «καπετάνιε θα μας δώσεις το όνομά σου για κανάλι και τα λοιπά»; Εγώ είπα πως «ήλθα μαζί σας». Μιλήσαμε για κάτι ξένους. Μου ανάφερε ο Παππάς τα ονόματα των ξένων. Ακουστά τους είχα. Δεν τους γνώριζα. Με τον τρόπο του μου το ζήτησε ο Νίκος. Είπα «ας πάει κι αυτό». Με φώναξε και με ενημέρωσε για να συναντηθώ με τους ανθρώπους αυτούς, στο Πόρτο Χέλι έγινε το ραντεβού.
Στ. Κελέτσης: Πού τον συναντήσατε;
Χρ. Καλογρίτσας: Τον συναντούσα παντού. Στο σπίτι μου, στο σπίτι του, σε ταβέρνες, παντού. Μπορώ να το βεβαιώσω αν δω τις σημειώσεις μου αν κριθεί αναγκαίο
Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, τον διακόπτει ο βουλευτής Χανίων του ΣΥΡΙΖΑ, Παύλος Πολάκης. Και σε εκείνο το σημείο ο μάρτυρας λέει:
Χρ. Καλογρίτσας: Ο Πολάκης είναι φίλος του Νίκου Παππά και του Σπίρτζη. Εγώ Παύλο τους ξέρω όλους πριν από εσένα. Πολύ πιο πριν. Εγώ ήμουν ένας από τους πιο σωστούς εργολάβους πριν, από τους πιο σημαντικούς, με ένα μητρώο άριστο, τέλειο. Μέχρι το 2014 δεν είχα πάει ποτέ στο εξωτερικό να εκτελέσω έργο. Ούτε καν στην Ιταλία, που έχω γυναίκα Ιταλίδα. Τι νομίζετε; Κατακούτελα με χτύπησε ο ήλιος το καλοκαίρι του 2016 να μπω (σ.σ. ως υποψήφιος καναλάρχης) με τόσο βιαστικές διαδικασίες σε ένα έργο; Βρέθηκε λοιπόν μια τεχνική απ’ αυτούς για να προχωρήσει η συμμετοχή τους στο κανάλι.
Ο μεγαλοεργολάβος υποστήριξε παράλληλα πως έχει γραπτά μηνύματα SMS στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η εντολή που του έστειλε ο τότε υπουργός Νίκος Παππάς, προκειμένου να συναντήσει τον υπεύθυνο λογιστηρίου της λιβανέζικης εταιρείας CCC, Αντώνη Λιανό, ώστε να δοθεί η εγγυητική επιστολή των 3 εκατομμυρίων ευρώ που απαιτούνταν προκειμένου να συμμετέχει στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες. Είπε επίσης πως έχει στην κατοχή του έγγραφο από τον κ. Παππά για το πώς θα μοιραστούν οι μετοχές του τηλεοπτικού καναλιού που θα φτιαχνόταν ενώ τόνισε ότι ο ίδιος ως «μπροστινός» κατείχε τις μετοχές της «ομάδας Παππά».
Παππάς: Όλες οι κατηγορίες εναντίον μου είναι αβάσιμες
Ο ίδιος ο πρώην υπουργός επέλεξε να καταθέσει στην Προανακριτική Επιτροπή μέσω υπομνήματος. Σε αυτό ανέφερε πως: «Οι σε βάρος μου κατηγορίες είναι καθ’ ολοκληρίαν αβάσιμες και παντελώς αναπόδεικτες, και διαψεύδονται όχι μόνον από τα στοιχεία και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, αλλά και από την κοινή λογική».
Απευθυνόμενος στα μέλη της πλειοψηφίας σημειώνει δε πως: «Μου αποδίδεται ότι προέβην στον σχεδιασμό, καθορισμό των όρων και νομοθέτηση ενός διαγωνισμού, στον οποίο εξ αρχής επεδίωκα να λάβει άδεια ο Χρ. Καλογρίτσας, ο οποίος όμως εξ αρχής γνώριζα ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή του σε αυτόν, και γι’ αυτό εν τέλει προέβην στην παραβίαση των όρων του εν λόγω διαγωνισμού, τους οποίους όρους όμως εγώ είχα θεσπίσει και νομοθετήσει, ώστε διά της εν λόγω παράβασης μου ο προαναφερόμενος επιχειρηματίας να λάβει την επίμαχη άδεια, την οποία όμως τελικά ουδέποτε έλαβε, αφού κηρύχθηκε έκπτωτος από τον διαγωνισμό, του οποίου τους όρους εγώ παρέβην. Η εν λόγω αιτίαση αποτελεί ένα ξεκάθαρο βιασμό της λογικής».
Με αυτόν τον τρόπο, ο πρώην υπουργός επιχειρούσε να δείξει ότι, κατά τη δική του εκδοχή, η κατηγορία ήταν αντιφατική. Τον κατηγορούσαν ότι παραβίασε τους όρους ενός διαγωνισμού που ο ίδιος είχε θεσπίσει, υπέρ ενός υποψηφίου που τελικά δεν πήρε άδεια. Η συνέχεια της υπόθεσης θα δινόταν στο Ειδικό Δικαστήριο, όπου θα κάθονταν ως κατηγορούμενοι τόσο ο ίδιος όσο και ο κ. Καλογρίτσας.
Γιατί δικάστηκε και ο Καλογρίτσας στο Ειδικό Δικαστήριο
Στο σημείο αυτό γεννιέται εύλογα ένα ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να βρεθεί στο Ειδικό Δικαστήριο ένας ιδιώτης επιχειρηματίας; Το Ειδικό Δικαστήριο δεν αφορά υπουργούς και γενικότερα μέλη της κυβέρνησης; Η απάντηση είναι ότι αφορά κυρίως υπουργούς και υφυπουργούς, αλλά όχι μόνο αυτούς. Το άρθρο 86 του Συντάγματος προβλέπει ότι, όταν παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο πρόσωπο που είναι ή διετέλεσε μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός, «συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει». Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ο Χρήστος Καλογρίτσας βρέθηκε στο εδώλιο μαζί με τον Νίκο Παππά. Όχι ως πολιτικό πρόσωπο, αλλά ως ιδιώτης κατηγορούμενος για συνέργεια.
Με απλά λόγια, ο Παππάς παραπέμφθηκε επειδή ήταν ο υπουργός που χειρίστηκε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών. Ο Καλογρίτσας παραπέμφθηκε επειδή, κατά την κατηγορία, συνέδραμε στην πράξη που αποδιδόταν στον πρώην υπουργό. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε το 2022 την αμετάκλητη παραπομπή του Νίκου Παππά στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος, με συνεργό τον μεγαλοεργολάβο. Από εκεί και πέρα, η υπόθεση πέρασε από το κοινοβουλευτικό επίπεδο στο καθαρά δικαστικό.
Το Ειδικό Δικαστήριο

Η δίκη ξεκίνησε στις 18 Νοεμβρίου 2022 και αφορούσε τους χειρισμούς στον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών του 2016 και ειδικότερα το εάν υπήρξε παρέμβαση υπέρ της πλευράς Καλογρίτσα για τη δημιουργία τηλεοπτικού σταθμού φιλικού προς την τότε κυβέρνηση. Η δίκη δεν ήταν μια επανάληψη της πολιτικής σύγκρουσης στη Βουλή, αν και το πολιτικό φορτίο ήταν παντού παρόν. Το δικαστήριο εξέτασε καταθέσεις, έγγραφα, μηνύματα, οικονομικές διαδρομές και τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών. Στην πραγματικότητα, έπρεπε να απαντήσει σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα. Αν ο τότε υπουργός Νίκος Παππάς λειτούργησε μέσα στα όρια του θεσμικού του ρόλου ή αν παραβίασε τα καθήκοντά του, με τη συνέργεια του Χρήστου Καλογρίτσα.
Η πλευρά του επιχειρηματία επέμενε ότι είχε μπει στο εγχείρημα έπειτα από πολιτική παρότρυνση και ότι τα 3 εκατομμύρια ευρώ της λιβανέζικης εταιρείας CCC δεν αφορούσαν κάποια πραγματική κατασκευαστική σύμβαση, αλλά χρηματοδότηση για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό. Υποστήριζε ακόμη ότι ο Παππάς είχε ρόλο συντονιστή στο σχέδιο για τη δημιουργία του λεγόμενου «ΣΥΡΙΖΑ TV».
Η πλευρά Παππά αρνήθηκε τις κατηγορίες. Υποστήριξε ότι η υπόθεση ήταν πολιτικά κατασκευασμένη, ότι ο διαγωνισμός είχε ως στόχο να μπει τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο και ότι δεν υπήρξε παράνομη παρέμβαση υπέρ του Καλογρίτσα. Ο πρώην υπουργός μιλούσε για πολιτική δίωξη, ενώ η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζε την υπόθεση ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής σύγκρουσης γύρω από τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης.
Η απόφαση: Ένοχοι Παππάς και Καλογρίτσας
Στις 24 Φεβρουαρίου 2023, το Ειδικό Δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του. Ο Νίκος Παππάς κρίθηκε ομόφωνα ένοχος για παράβαση καθήκοντος, ενώ ο Χρήστος Καλογρίτσας κρίθηκε επίσης ένοχος ως συνεργός στο ίδιο αδίκημα. Η απόφαση ελήφθη από 13 ανώτατους δικαστές και ήταν αμετάκλητη, δηλαδή δεν μπορούσε να προσβληθεί με ένδικο μέσο.
Στον Νίκο Παππά επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή – την ανώτατη ποινή που προβλέπει ο νόμος σε αυτές τις περιπτώσεις. Στον Χρήστο Καλογρίτσα επιβλήθηκε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των συνηγόρων Καλογρίτσα για αναγνώριση ελαφρυντικών. Οι συνήγοροι του πρώην υπουργού δεν ζήτησαν κάτι αντίστοιχο γιατί η υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος θα σήμαινε, όπως είπαν, έμμεση αναγνώριση της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της καταδικαστικής απόφασης και συνακολούθως της ενοχής του αιτούντος.
Η απόφαση είχε διπλή σημασία. Νομικά, έκλεινε την υπόθεση με ομόφωνη καταδίκη 13-0 (αφού κανείς από τους δεκατρείς δικαστές δεν μειοψήφησε) ενός πρώην υπουργού για χειρισμούς που αφορούσαν μια από τις κεντρικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Πολιτικά, έδινε νέα βαρύτητα στην κριτική ότι ο διαγωνισμός των τηλεοπτικών αδειών δεν ήταν απλώς μια αποτυχημένη θεσμική πρωτοβουλία, αλλά μια διαδικασία με παρασκηνιακές παρεμβάσεις. Για την πλευρά Παππά και τον ΣΥΡΙΖΑ, η υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής σύγκρουσης που είχε ξεκινήσει από την προσπάθεια ρύθμισης του τηλεοπτικού τοπίου. Για τους αντιπάλους τους, όμως, η ομόφωνη απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου αποτέλεσε επιβεβαίωση ότι η υπόθεση είχε πραγματική θεσμική και ποινική βάση.
Τι σήμαινε η καταδίκη και ποιο το πολιτικό αποτύπωμα
Η καταδίκη Παππά ήταν η πρώτη καταδίκη υπουργού της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ από Ειδικό Δικαστήριο. Πλέον δεν μιλούσαμε για μια ακόμη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση, αλλά για μια απόφαση από ανώτατους δικαστές, για πράξεις που συνδέονταν με μια κορυφαία κυβερνητική επιλογή.
Η υπόθεση Καλογρίτσα – Παππά άφησε πίσω της ένα βαρύ πολιτικό αποτύπωμα. Πρώτον, τραυμάτισε την εικόνα της κυβερνητικής προσπάθειας του 2016 να «μπει τάξη» στο τηλεοπτικό τοπίο. Η αρχική κυβερνητική αφήγηση στηριζόταν σε ένα ισχυρό επιχείρημα. Πως τα κανάλια δεν μπορούσαν να λειτουργούν επ’ αόριστον χωρίς οριστικές άδειες και χωρίς να πληρώνουν για τη χρήση των συχνοτήτων. Το επιχείρημα αυτό δεν ήταν αμελητέο. Όμως ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε ο διαγωνισμός, η απόφαση του ΣτΕ και η μετέπειτα ποινική κατάληξη υπονόμευσαν πολιτικά αυτό το εγχείρημα.
Δεύτερον, η υπόθεση ανέδειξε ξανά τη διαχρονική ελληνική παθογένεια στη σχέση πολιτικής εξουσίας, επιχειρηματικών συμφερόντων, τραπεζικού δανεισμού και μέσων ενημέρωσης. Ο Καλογρίτσας ήταν εργολάβος δημοσίων έργων, με τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, πολιτικές επαφές και παλαιότερη παρουσία στα ΜΜΕ. Αυτό έδειχνε για μια ακόμη φορά πόσο εύκολα μπορούν να συναντηθούν, στο ίδιο σημείο, τα δημόσια έργα, οι τράπεζες, οι πολιτικές φιλίες και η τηλεοπτική ισχύ.
Τρίτον, η υπόθεση έδειξε ότι η ρύθμιση των ΜΜΕ δεν μπορεί να γίνεται με όρους πολιτικής επικράτησης. Μια κυβέρνηση ασφαλώς μπορεί και πρέπει να βάζει κανόνες. Μπορεί να απαιτεί άδειες, διαφάνεια, χρηματικό τίμημα και έλεγχο οικονομικής επάρκειας. Όταν όμως η διαδικασία εμφανίζεται να συνδέεται με πρόσωπα που θεωρούνται κοντά στην εξουσία, τότε η θεσμική ρύθμιση μετατρέπεται σε πεδίο καχυποψίας.
Τέταρτον, η υπόθεση άφησε πίσω της και μια καθαρή υπενθύμιση για το ΕΣΡ. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ήδη κρίνει ότι η αρμοδιότητα για τις τηλεοπτικές άδειες ανήκει στην Ανεξάρτητη Αρχή και όχι στον υπουργό. Αυτό ήταν θεσμική εγγύηση. Στα μέσα ενημέρωσης, όπου η πολιτική ισχύς και η δημόσια επιρροή είναι τεράστιες, η απόσταση από την εκτελεστική εξουσία δεν θα πρέπει να θεωρείται πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση εμπιστοσύνης.
Ο Χρήστος Καλογρίτσας μετείχε σε όλη αυτή την ιστορία ως ένας μεγαλοεργολάβος που επιχείρησε να μπει δυναμικά στην τηλεοπτική αγορά. Βρέθηκε πρώτα στο επίκεντρο για τα 52,6 εκατομμύρια ευρώ της άδειας, έπειτα για τα «βοσκοτόπια» της Ιθάκης, στη συνέχεια για τη συνεργασία που είχε ως πελάτης με την Attica Bank και την εγγυητική των 3 εκατομμυρίων ευρώ, μετά για τη λιβανέζικη εταιρεία CCC και, τελικά, για τις καταγγελίες που οδήγησαν στο Ειδικό Δικαστήριο. Σε μια χώρα όπου η ενημέρωση, οι τράπεζες, τα δημόσια έργα και η πολιτική συναντιούνται συχνά στα ίδια πρόσωπα, η υπόθεση υπενθύμισε ότι οι θεσμικές εγγυήσεις αποτελούν τη μόνη άμυνα απέναντι στην επανάληψη των ίδιων κύκλων καχυποψίας.