Ανάκληση ασύλου για τον Τζαβέντ Ασλάμ: Σε τροχιά απέλασης ο πρόεδρος της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας
Σε διαδικασία ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας του βρίσκεται ο Τζαβέντ Ασλάμ, πρόεδρος της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας, στο πλαίσιο της ευρύτερης επανεξέτασης υποθέσεων ασύλου που έχει δρομολογήσει τον τελευταίο καιρό το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Ειδικότερα, η υπόθεση εντάσσεται στη νέα κατεύθυνση που έχει θέσει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου υπό τον Θάνο Πλεύρη, με στόχο την επαναξιολόγηση φακέλων οι οποίοι, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, παρουσιάζουν στοιχεία που κρίνεται ότι πρέπει να εξεταστούν εκ νέου.
Η αρχή έγινε με επίσημη ενημέρωση από το υπουργείο, στην οποία καταγράφεται ότι το τελευταίο διάστημα έχει επιταχυνθεί η διαδικασία ανακλήσεων. Όπως γνωστοποιήθηκε, μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων κινήθηκαν διαδικασίες για 33 πολίτες τρίτων χωρών, προερχόμενους μεταξύ άλλων από τη Συρία, το Πακιστάν, την Αίγυπτο και το Ιράκ. Η κατεύθυνση αυτή αποδίδεται σε σχετική οδηγία του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου για εντατικό έλεγχο υποθέσεων όπου υπάρχουν ποινικές ή άλλες επιβαρυντικές εκκρεμότητες.

Στην περίπτωση του κ. Ασλάμ, η Υπηρεσία Ασύλου τον ενημέρωσε εγγράφως για την πρόθεση ανάκλησης του καθεστώτος προστασίας που του είχε χορηγηθεί, καλώντας τον εντός προθεσμίας 15 εργάσιμων ημερών να υποβάλει, εφόσον το επιθυμεί, υπόμνημα με τις απόψεις και τυχόν αντιρρήσεις του. Μετά την αξιολόγηση των στοιχείων θα ληφθεί η τελική απόφαση, ενώ σε περίπτωση αμφισβήτησης προβλέπεται εξέταση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία και η ανάκληση καταστεί οριστική, ανοίγει ο δρόμος για την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη μόνο μεμονωμένη δεν είναι εάν αναλογιστεί κανείς ότι το προηγούμενο διάστημα είχε απασχολήσει τη δημοσιότητα άλλη υπόθεση ανάκλησης ασύλου Παλαιστινίου, ο οποίος εμφανιζόταν σε βιντεοληπτικό υλικό να πανηγυρίζει για τις επιθέσεις της Χαμάς κατά των Ισραηλινών και να φωτογραφίζεται δίπλα στον Ισμαήλ Χανίγια, τον ανώτατο πολιτικό ηγέτη της οργάνωσης, που δολοφονήθηκε Ιούλιο του 2024. Για εκείνη την υπόθεση, η Ευρωπαϊκή Εβραϊκή Ένωση είχε αποστείλει επιστολή ευχαριστιών προς τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, και την πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Μεταξύ των 33 περιπτώσεων που τελούν υπό επανεξέταση συγκαταλέγεται και αυτή του 20χρονου Ιρακινού, ο οποίος είχε συλληφθεί μετά από επεισόδιο στο μετρό της Αθήνας, όταν φέρεται να επιτέθηκε σε οδηγό και να αντιστάθηκε στους αστυνομικούς που έσπευσαν στο σημείο.

Ο Τζαβέντ Ασλάμ αποτελεί εδώ και χρόνια γνωστή παρουσία στον δημόσιο διάλογο γύρω από τη μετανάστευση. Ζει στην Ελλάδα περίπου τρεις δεκαετίες, έχει δηλώσει ότι διαθέτει σπουδές στις πολιτικές επιστήμες και διαμένει στην Αθήνα με τη σύζυγο και την ενήλικη κόρη του. Από το 2005 έχει εκλεγεί πρόεδρος της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας «Η Ενότητα», υποστηρίζοντας ότι εκπροσωπεί δεκάδες χιλιάδες Πακιστανούς που ζουν στη χώρα. Κατά καιρούς μάλιστα έχει εμφανιστεί σε τηλεοπτικές εκπομπές, σχολιάζοντας πολιτικές αποφάσεις και κοινωνικά ζητήματα. Το 2019 είχε βρεθεί στο πλευρό του τότε υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρη Βίτσα, σε δημόσια εκδήλωση όπου είχε τεθεί ζήτημα ιθαγένειας για Πακιστανούς που διαμένουν στην Ελλάδα. Σε άλλη περίσταση είχε προκαλέσει αντιδράσεις με δηλώσεις του περί επιθέσεων σε μετανάστες, επισημαίνοντας ότι «και οι μετανάστες μπορούν να απαντήσουν» σε απειλές που, όπως έλεγε, δέχονται.
Το 2021 είχε τοποθετηθεί θετικά για τη λειτουργία του τεμένους στον Βοτανικό, εκφράζοντας ωστόσο την επιθυμία να διαθέτει και μιναρέ, ως στοιχείο ορατότητας της μουσουλμανικής κοινότητας. Σε μεταγενέστερη συνέντευξη είχε υποστηρίξει ότι στην Ελλάδα ζουν περίπου 500.000 μουσουλμάνοι και είχε διατυπώσει την άποψη ότι θα έπρεπε να αναλογεί ένα τέμενος ανά 300 έως 400 πιστούς, αριθμός που θα σήμαινε την ανέγερση άνω των 1.000 τζαμιών πανελλαδικά. Κατά καιρούς μάλιστα έχουν δημοσιοποιηθεί αναφορές ότι σε συζητήσεις του φέρεται να έχει επικαλεστεί τη Σαρία ως θρησκευτικό κανόνα, ακόμη και σε σχέση με ζητήματα όπως οι γάμοι μεταξύ συγγενών, χωρίς ωστόσο να έχει καταθέσει επίσημη πρόταση για θεσμική εφαρμογή της στην Ελλάδα.
Άξιο μνείας είναι επίσης το γεγονός πως το παρελθόν του έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις ελληνικές αρχές. Το 2006 συνελήφθη κατόπιν αιτήματος έκδοσης από το Πακιστάν, στο οποίο αποδιδόταν κατηγορία σχετική με διακίνηση μεταναστών. Η υπόθεση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος απέρριψε το αίτημα έκδοσης, κρίνοντας ότι τα αποδιδόμενα αδικήματα δεν θεμελιώνουν κακούργημα αλλά πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις. Αργότερα, το 2012, συνελήφθη εκ νέου για την ίδια υπόθεση, υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου και τελικά του χορηγήθηκε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Το όνομά του είχε δε περιληφθεί σε έγγραφα που σχετίζονταν με διεθνείς αναζητήσεις, ενώ η υπόθεσή του είχε προκαλέσει ένταση και με διπλωματικούς εκπροσώπους του Πακιστάν στην Αθήνα. Το 2015 συνελήφθη για εξύβριση και αντίσταση κατά της αρχής, σε περιστατικό που αφορούσε όχημα με αποσυρμένες πινακίδες κυκλοφορίας, ενώ είχε ακολουθήσει αλληλομηνύσεις με αστυνομικό. Την ίδια χρονιά συνελήφθη μαζί με άλλα μέλη της κοινότητας έπειτα από κινητοποιήσεις με αίτημα την αποχώρηση του Πακιστανού πρέσβη, ενώ λίγους μήνες αργότερα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη μετά από μήνυση του Πακιστανού προξένου για συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση και απειλή. Η υπόθεσή του είχε απασχολήσει και την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου. Το 2021, ο τότε υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Νότης Μηταράκης είχε προσφύγει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ζητώντας την ακύρωση της απόφασης χορήγησης ασύλου, χωρίς όμως να ανατραπεί τότε το καθεστώς προστασίας.