Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Η αεροσυνοδός που επέζησε από την αεροπορική τραγωδία της Ολυμπιακής το 1972 στο Newsbeast: «Ένα τεράστιο μπαμ και έχασα τον κόσμο»

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Το να ζει κανείς μετά από μια καταστροφή ή ένα αεροπορικό δυστύχημα δεν είναι απλή επιβίωση, είναι η μόνη πραγματική επιστροφή. Καθώς οι άνθρωποι εκείνοι που νίκησαν τον φόβο του θανάτου έχουν περισσότερα να πουν σε όλους εμάς, για την επιστροφή στη ζωή.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της αεροσυνοδού Μαργαρίτας Βελόνια-Μπίκου, της Μαργαρίτας, όπως την αποκαλούμε όλοι εμείς οι φίλοι της, που επέζησε της μοιραίας τραγωδίας, εκείνη τη νύχτα, της 21ης Οκτωβρίου όταν το αεροπλάνο της Ολυμπιακής Αεροπορίας έπεσε στη θάλασσα της Βούλας, κοντά στις εγκαταστάσεις του ΠΙΚΠΑ.

Εκείνο το βράδυ υπήρξαν 37 νεκροί, αλλά και συνάμα άνθρωποι που βγήκαν πιο δυνατοί, όπως η Μαργαρίτα, η αεροσυνοδός του μοιραίου αεροσκάφους που όχι μόνο επέστρεψε στους αιθέρες μέχρι την συνταξιοδότηση της, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε μια όμορφη οικογένεια και απέκτησε δυο υπέροχα παιδιά. Τον χειρούργο κτηνίατρο Κωνσταντίνο Μπίκο και την Αθηνά Μπίκου που αφιερώθηκε στον τομέα της νοσηλευτικής.

Η Μαργαρίτα Βελόνια-Μπίκου δίπλα σε τουρμπίνα αεροπλάνου
Η Μαργαρίτα Βελόνια-Μπίκου, η αεροσυνοδός που επέζησε από την αεροπορική τραγωδία της Ολυμπιακής το 1972, δίπλα σε κινητήρα αεροσκάφους

Σήμερα 21η Οκτωβρίου και λίγο πριν η ώρα δείξει 21.30 το Newsbeast συνομίλησε με τη Μαργαρίτα Μπίκου για να μας εξιστορήσει όλα όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ του 1972.

Για εκείνο το βράδυ, που την έκανε πιο δυνατή, αλλά και για την προτροπή του πατέρα της που της είπε όταν την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο «Ε δεν πάθαμε τίποτε αύριο το πρωί στη δουλειά μας!» Και έγινε η αιτία να ξαναπετάξει με τα φτερά της Ολυμπιακής μέχρι να λάβει τη σύνταξη της.

«H ημέρα ήταν 21 Οκτωβρίου, η επόμενη ημέρα από την εορτή του Αγίου Γερασίμου. Ήταν βράδυ όταν ξεκινήσαμε για το νησί της Κέρκυρας με έναν καιρό που δεν ήταν καλός. Όταν πλέον φθάσαμε στην Κέρκυρα, έγινε λόγος να μην επιστρέψουμε στην Αθήνα. Όχι φυσικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μέχρι εκείνη την στιγμή. Ήταν εξάλλου άλλη μια πτήση για εμάς, ένα Σάββατο βράδυ.

Μέσα στο αεροσκάφος είχαμε διάφορους ανθρώπους που επέστρεφαν ταξίδια επαγγελματικά, με ανθρώπους που μόλις είχαν πραγματοποιήσει το «ταξίδι του μέλιτος», είχαμε μητέρες με παιδιά.

Κάποια στιγμή λοιπόν, αργούσαμε και κατευθύνθηκα προς το πιλοτήριο για να ρωτήσω τον πιλότο τι γίνετε και αν τελικώς θα προσγειωθούμε στην Αθήνα. Εκείνος μου είπε «πήγαινε πίσω γρήγορα και δέσου». Σε λίγο ωστόσο παρατήρησα πως άναψε στο αεροπλάνο η φωτεινή ένδειξη «Μην Καπνίζετε» που σημαίνει πως πάμε για προσγείωση.

Έτσι αποφάσισα και σηκώθηκα από την θέση και πήρα το μικρόφωνο για να κάνω την αναγγελία της προσγείωσης. Την ώρα που πήγα να πω «Κυρίες και Κύριοι σε λίγα λεπτά θα προσγειωθούμε στην Αθήνα, στο «Αθ..» ένα τεράστιο μπαμ και κυριολεκτικά «έχασα τον κόσμο».

«Έκανα ένα μακροβούτι και βγήκα στην επιφάνεια» – Η μάχη για να σωθεί από το αεροπλάνο που βυθιζόταν

Μετά από λίγο, γυρίζω και βλέπω με τα μάτια την πίσω πόρτα του αεροπλάνου που ήταν ανοιχτή και με το νερό να έχει φτάσει να την καλύψει σχεδόν. Άρχισα κάπως να συνέρχομαι, χωρίς ωστόσο να έχω συναίσθηση του που είμαι και τι κάνω.

Ένιωθα ωστόσο μια πίεση επάνω μου, είτε από κάποιους που με πάτησαν στην προσπάθεια τους να περάσουν και να βγούνε έξω, είτε αυτή προήλθε από την πίεση του νερού. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, εκείνη την στιγμή, κάνω ένα μακροβούτι και βγαίνω στην επιφάνεια της θάλασσας.

Γύρω μου υπήρχαν επιβάτες του αεροπλάνου που είχαν καταφέρει να βγούνε από αυτό πριν από εμένα. Με όση δύναμη μου είχε μείνει τους παροτρύνω να φύγουμε μακριά από το αεροπλάνο καθώς φοβήθηκα μήπως το αεροπλάνο κάνει αυτή την περιδίνηση και μας τραβήξει στο βυθό.

Αρχίσαμε όλοι μαζί να κολυμπάμε χωρίς να γνωρίζουμε που είμασταν, ενώ δεν είχαμε καταλάβει τι είχε προηγηθεί, και με τον καιρό να παραμένει πάρα πολύ άσχημος. Σύμφωνα με την εκπαίδευση που είχαμε λάβει ως αεροσυνοδοί οι οδηγίες μας έλεγαν πως αν βρεθούμε σε μια τέτοια περίπτωση «κατευθυνόμαστε προς τα φώτα», όπου υπήρχαν αυτά.

Ακολουθώντας λοιπόν την εκπαίδευση μου αρχίζω να κολυμπάω, φορώντας εκείνο το φόρεμα του Τσεκλένη που ήταν ιδιαίτερα στενό και που δε μπορούσα να το βγάλω και ξαφνικά μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ακούω την άλλη συνάδελφο μου, που και εκείνη είχε σωθεί να μου λέει «Μαργαρίτα βρήκα ένα σωσίβιο!». Της απάντησα να μου το πετάξει καθώς είχε ήδη ανάψει το φωτάκι που υπήρχε σε αυτό και ίσως κάποιος που περνούσε από πάνω μας εκείνη την ώρα ίσως το διέκρινε και καταλάβαινε πως υπήρχαν άνθρωποι στη θάλασσα.

«Άγιε μου Νεκτάριε, βοήθησέ με» – Η προσευχή μέσα στη θάλασσα και οι μαυροφορεμένες γυναίκες που έσπευσαν να τους σώσουν

Μετά από λίγη ώρα φθάσαμε σε ένα σημείο όπου υπάρχουν βράχια. Κάνω μια προσπάθεια να ανέβω αλλά δεν τα κατάφερνα. Η προσπάθεια μου αυτή επαναλήφθηκε περί τις πέντε φορές, με το σώμα μου να κοπανάει λόγω της θαλασσοταραχής πάνω στα βράχια. Εκείνη ωστόσο την ημέρα φορούσα μια ταυτότητα που μου είχε κάνει δώρο η μητέρα μου και στην πέμπτη προσπάθεια που έκανα η ταυτότητα αυτή πιάστηκε πάνω σε μια προεξοχή του βράχου και έτσι έδωσα φόρα και ανέβηκα στο βράχο κομματιασμένη.

Έβλεπα απέναντι το μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου προφανώς, στην Αίγινα, και έλεγα «Άγιε μου Νεκτάριε βοήθησε με και Αυτός κυριολεκτικά με βοήθησε!». Στην συνέχεια είδαμε να έρχονται προς το μέρος μας κάποιες φιγούρες ανθρώπων που φορούσαν μαύρες κάπες. Αυτές ήταν οι αδερφές του ΠΙΚΠΑ που βγήκαν από το κατάλυμα τους και ήρθαν να μας συντρέξουν. Μας πήγαν μέσα στο ΠΙΚΠΑ όπου βγάλαμε τα βρεγμένα μας ρούχα. Εκείνη την ώρα έφθασαν και τα πρώτα ασθενοφόρα που μας πήραν. Ο ένας έφυγε για το ένα νοσοκομείο ο άλλος για το άλλο.

Εγώ διακομίσθηκα στον «Ερυθρό» όπου ήρθε και με βρήκε αργότερα ο πατέρας μου, όταν πληροφορήθηκε το ατύχημα, καθώς αν και αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος δεν είχε ενημερωθεί για το συμβάν. Μόλις με είδε γύρισε και μου είπε «Ε δεν πάθαμε τίποτε αύριο το πρωί στη δουλειά μας!». Η φράση του εκείνη ήταν η δύναμη που χρειάστηκα για να «ξαναπετάξω» μετά από λίγο διάστημα και μέχρι την εποχή που συνταξιοδοτήθηκα!»