Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε πρόσφατα ψήφισμα με το οποίο ζητά αυστηρότερο έλεγχο των δικτύων που φέρονται να συνδέονται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, καθώς και μεγαλύτερη διαφάνεια στη χρηματοδότηση οργανώσεων από το εξωτερικό. Η πρωτοβουλία συνδέεται με τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί στη Γαλλία για τη δράση του ισλαμιστικού κινήματος στην Ευρώπη και φέρνει στο προσκήνιο τον ρόλο που αποδίδεται στην Τουρκία και το Κατάρ.
Το ψήφισμα αποδίδει στο Κατάρ χρηματοδοτικό ρόλο και παρουσιάζει την Τουρκία ως σημαντικό κόμβο υλικοτεχνικής και οικονομικής υποστήριξης για ευρωπαϊκά παρακλάδια της οργάνωσης.
Το ψήφισμα, που εγκρίθηκε με 381 ψήφους υπέρ, 167 κατά και 15 αποχές, ζητά, μεταξύ άλλων, αυστηρότερη εποπτεία της διάθεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων και εξέταση του ενδεχομένου να ενταχθούν συγκεκριμένα πρόσωπα ή οργανώσεις που συνδέονται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στον κατάλογο κυρώσεων της ΕΕ για την τρομοκρατία.
Το ψήφισμα δεν χαρακτηρίζει συλλήβδην τους Αδελφούς Μουσουλμάνους τρομοκρατική οργάνωση. Ωστόσο, επισημαίνει τον κίνδυνο του ισλαμιστικού «εισοδισμού» στην Ευρώπη και χαρακτηρίζει την επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων «απαράδεκτη μορφή συγκεκαλυμμένης και κακόβουλης παρέμβασης που αποσκοπεί στην αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, του κράτους δικαίου και της ουδετερότητας των δημόσιων θεσμών», δηλαδή των ευρωπαϊκών αξιών.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται έκθεση 73 σελίδων, η οποία εκπονήθηκε έπειτα από αίτημα της γαλλικής κυβέρνησης και ολοκληρώθηκε το 2024. Το κείμενο εξετάζει την παρουσία δικτύων που, σύμφωνα με τους συντάκτες του, συνδέονται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους σε τομείς όπως η θρησκευτική δραστηριότητα, η εκπαίδευση, η κοινωνία των πολιτών, τα μέσα ενημέρωσης και η χρηματοδότηση.
Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, είχε ζητήσει την εκπόνηση της έκθεσης το 2024, ενώ στις 21 Μαΐου 2025 συνεδρίασε το γαλλικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Η συζήτηση μεταφέρθηκε πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ζητά κοινή προσέγγιση για την αντιμετώπιση των δικτύων που θεωρεί ότι ενδέχεται να συνδέονται με το κίνημα.
Οι αναφορές στην Τουρκία συνδέονται με τις σχέσεις που ανέπτυξε η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με πολιτικά κινήματα που συνδέονταν με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, μετά τις εξεγέρσεις της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης, κυρίως στην Αίγυπτο. Μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι το 2013, η Άγκυρα προσέφερε καταφύγιο σε Αιγύπτιους αντιπολιτευόμενους, δημοσιογράφους και μέλη της οργάνωσης.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η Τουρκία έχει προχωρήσει στην εξομάλυνση των σχέσεών της με το Κάιρο. Η μεταβολή αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αναπροσαρμογής της εξωτερικής πολιτικής της, χωρίς να αναιρεί το ιστορικό των σχέσεών της με ισλαμιστικά κινήματα που συνδέονται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους.
Η ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτύπωσε, παράλληλα, τις πολιτικές διαφωνίες γύρω από την πρωτοβουλία. Το ψήφισμα υποστήριξαν κυρίως οι ομάδες της κεντροδεξιάς και της δεξιάς, καθώς και η πλειονότητα των Σοσιαλδημοκρατών, ενώ οι Πράσινοι και η Αριστερά αντιτάχθηκαν. Η Γαλλίδα ευρωβουλευτής, Σελίν Ιμάρ, χαρακτήρισε την απόφαση «ιστορική», ενώ την υποστήριξή του εξέφρασε επίσης ο Μασάντ Μπούλος, σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ.
Η συζήτηση προσθέτει ένα ακόμη ζήτημα στις ήδη σύνθετες σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία, παρότι επιχειρήθηκε να αμβλυνθεί η διατύπωση του ψηφίσματος. Συγκεκριμένα, μια αρχική τροπολογία που ζητούσε να καταδικαστεί η τουρκική υποστήριξη προς το κίνημα δεν υιοθετήθηκε ως δεσμευτική θέση. Η Άγκυρα παραμένει σημαντικός εταίρος σε θέματα ασφάλειας, μετανάστευσης και εμπορίου, ενώ οι ευρωπαϊκές ανησυχίες για την ελευθερία του λόγου και τα θεμελιώδη δικαιώματα εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις διμερείς σχέσεις.
Η σημασία του ψηφίσματος για την Άγκυρα θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα προχωρήσουν στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων εις βάρος της, ιδίως όσον αφορά την ενδεχόμενη επιβολή στοχευμένων κυρώσεων.
Η εκλεκτική συγγένεια της Τουρκίας με τους ισλαμιστές της οργάνωσης, την οποία το Παρίσι αντιμετωπίζει ως κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, καταγράφεται ως ένα ακόμη «αγκάθι» στις ήδη περίπλοκες σχέσεις της Τουρκίας με τη Γαλλία.
Πρόκειται για σχέσεις που χαρακτηρίζονται περισσότερο από την αναγκαιότητα της συνεργασίας παρά από τη φιλία. Παρά την αμοιβαία καχυποψία και τις σκληρές δηλώσεις του Ερντογάν κατά της Γαλλίας και του Μακρόν, οι δύο πλευρές υπέγραψαν προ ημερών νέο Οδικό Χάρτη για την Αμυντική Συνεργασία, ως αποτέλεσμα επαφών που είχαν ξεκινήσει τον Απρίλιο.
Η συνεργασία περιλαμβάνει την καταπολέμηση υβριδικών απειλών, την ανταλλαγή πληροφοριών, τη συνεργασία στον τομέα της αεράμυνας, την ανταλλαγή και εκπαίδευση στρατιωτικού προσωπικού, την υλοποίηση κοινών έργων στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας μεταξύ στρατιωτικών συστημάτων.