Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Ευρωπαϊκή μάχη για λήψη νέων μέτρων κατά της ακρίβειας: Τι ζητά η Αθήνα από τις Βρυξέλλες και γιατί η Κομισιόν βάζει «φρένο»

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα πραγματοποιηθεί στις 15 και 16 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες, στρέφεται πλέον το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευχέρεια για τη χρηματοδότηση νέων μέτρων αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας. Η Αθήνα, έχοντας στο πλευρό της την Ιταλία που διατυπώνει αντίστοιχα αιτήματα, ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιτρέψει πρόσθετες κρατικές παρεμβάσεις χωρίς να προσμετρώνται πλήρως στα όρια δαπανών που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.

Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, συναντά σημαντικές αντιστάσεις. Η Κομισιόν εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο νέων εξαιρέσεων, φοβούμενη ότι μια γενικευμένη χαλάρωση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στα δημόσια οικονομικά κρατών με ήδη υψηλό χρέος. Το μήνυμα που έστειλαν οι Βρυξέλλες μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup, χθες στο Λουξεμβούργο, ήταν σαφές: οι κυβερνήσεις οφείλουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών τους. Παρά τις αντιρρήσεις, η ευρωπαϊκή πλευρά πάντως δεν έχει κλείσει οριστικά την πόρτα. Ο αρμόδιος επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, γνωστοποίησε ότι οι προτάσεις Ελλάδας και Ιταλίας θα εξεταστούν διεξοδικότερα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να αναζητηθεί κάποια συμβιβαστική λύση.

Τι ζητά η Ελλάδα και πώς συνδέονται τα 950 εκατ. ευρώ από τον ΦΠΑ



Η ελληνική πρόταση, την οποία έχει μεταφέρει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προβλέπει να μην υπολογίζονται πλήρως, μέχρι ένα συγκεκριμένο όριο, οι έκτακτες και προσωρινές δαπάνες για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων που πλήττονται από την ενεργειακή κρίση. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση επιδιώκει να μπορεί να χρηματοδοτεί πρόσθετες επιδοτήσεις ή άλλες παρεμβάσεις, χωρίς αυτές να περιορίζουν στον ίδιο βαθμό τα περιθώρια δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού. Η πρόταση αφορά τον ευρωπαϊκό κανόνα που καθορίζει πόσο μπορούν να αυξάνονται οι καθαρές δημόσιες δαπάνες κάθε χώρας, με βάση τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει.

Στη συζήτηση έχει μπει και το ζήτημα των πρόσθετων φορολογικών εσόδων που δημιουργεί η ακρίβεια. Όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, αυξάνεται συνήθως και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το Δημόσιο, εφόσον ο φορολογικός συντελεστής παραμένει σταθερός. Έτσι, η άνοδος των τιμών στα καύσιμα και σε άλλα αγαθά επιβαρύνει τους καταναλωτές, αλλά ενισχύει ταυτόχρονα τα φορολογικά έσοδα.

Σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, τα πρόσθετα έσοδα από τον ΦΠΑ υπολογίζονται σε περίπου 950 εκατ. ευρώ για το 2026. Ωστόσο, ο ίδιος έχει επισημάνει ότι οι παρεμβάσεις στήριξης για την ενεργειακή κρίση από την αρχή του έτους έχουν ήδη ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ, ενώ έχουν καταγραφεί και απώλειες εσόδων από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Επομένως, τα 950 εκατ. ευρώ δεν αποτελούν ένα ποσό που μπορεί αυτομάτως να διατεθεί εξ ολοκλήρου σε νέες επιδοτήσεις. Εκείνο που επιδιώκει η Αθήνα είναι να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα αξιοποίησης των δημοσιονομικών της πόρων, εφόσον χρειαστούν πρόσθετα μέτρα τους επόμενους μήνες.

Στο ίδιο μέτωπο η Ιταλία, αλλά με διαφορετική πρόταση



Ανάλογες πρωτοβουλίες έχει αναλάβει και η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, η οποία αντιμετωπίζει αυξημένο ενεργειακό κόστος και σημαντικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά της. Η Ρώμη ζητά να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη ο πληθωρισμός όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον ένα κράτος έχει υπερβεί τα συμφωνημένα όρια του προϋπολογισμού του. Το επιχείρημά της είναι ότι οι απρόβλεπτες ανατιμήσεις αυξάνουν ορισμένες κρατικές δαπάνες και επηρεάζουν τα δημοσιονομικά μεγέθη, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι μια κυβέρνηση έχει επιλέξει να αυξήσει ανεξέλεγκτα τις δαπάνες της.

Παράλληλα, η Ιταλία προτείνει να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση πρόσθετων φορολογικών εσόδων που προκύπτουν εξαιτίας του πληθωρισμού για τη χρηματοδότηση μέτρων κατά της ενεργειακής ακρίβειας. Οι δύο μεσογειακές χώρες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, διεκδικώντας μεγαλύτερη ευελιξία, παρότι οι προτάσεις τους διαφέρουν ως προς τον τρόπο εφαρμογής. Για την Ελλάδα, το βασικό ζητούμενο είναι η εξαίρεση συγκεκριμένων προσωρινών μέτρων από τον υπολογισμό των καθαρών δαπανών, ενώ η Ιταλία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η επίδραση του πληθωρισμού στους προϋπολογισμούς.

Γιατί η Κομισιόν δεν θέλει να χαλαρώσει τους κανόνες



Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι οι ισχύοντες δημοσιονομικοί κανόνες παρέχουν ήδη ορισμένες δυνατότητες αντιμετώπισης έκτακτων οικονομικών συνθηκών. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος του χαρτοφυλακίου της Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις, μετά την ολοκλήρωση του Eurogroup, προειδοποίησε ότι η συνεχής δημιουργία νέων εξαιρέσεων θα μπορούσε να υπονομεύσει την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου. Όπως εξήγησε, οι πληθωριστικές πιέσεις συνεκτιμώνται ήδη κατά την αξιολόγηση των κρατών-μελών και δεν είναι δυνατόν να αλλάζουν διαρκώς οι κανόνες. Επικαλέστηκε ιδιαίτερα την κατάσταση στις αγορές ομολόγων, όπου οι επενδυτές παρακολουθούν με αυξανόμενη προσοχή την πορεία του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων. Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να δανείζονται ακριβότερα, γεγονός που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους προϋπολογισμούς τους.

Οι εξελίξεις στη Γαλλία, όπου η ανησυχία για τη δημοσιονομική κατάσταση έχει προκαλέσει αναταράξεις στην αγορά ομολόγων, ενισχύουν αυτές τις επιφυλάξεις. Αντίστοιχα, χώρες όπως η Ολλανδία αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή προτάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση του δημόσιου χρέους.

Παράλληλα, οι Βρυξέλλες υπενθυμίζουν ότι έχουν ήδη εγκριθεί ειδικές δημοσιονομικές διευκολύνσεις για την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και την πραγματοποίηση ενεργειακών επενδύσεων που περιορίζουν την εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Η πίεση για πρόσθετα μέτρα γίνεται μεγαλύτερη καθώς η ενεργειακή κρίση επηρεάζει ολοένα περισσότερο τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο στο 3,8%, από 3,2% τον Αύγουστο. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη των τιμών της ενέργειας, οι οποίες καταγράφουν ετήσια αύξηση 18,8%, έναντι 14,3% τον προηγούμενο μήνα. Οι ανατιμήσεις αυτές μεταφέρονται σταδιακά στις μεταφορές, στην παραγωγή και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, δημιουργώντας πρόσθετες επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά. Οι εξελίξεις συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι κίνδυνοι για τις θαλάσσιες μεταφορές ενεργειακών φορτίων και η αβεβαιότητα σχετικά με την προσφορά καυσίμων διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν πόσο μπορούν να στηρίξουν τους πολίτες τους, χωρίς να δημιουργήσουν νέα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά τους. Το δίλημμα γίνεται ιδιαίτερα έντονο για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, καθώς οι νέες δαπάνες πρέπει να συνδυαστούν με τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Τι αναμένεται από τη Σύνοδο Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου



Το επόμενο σημαντικό πολιτικό ραντεβού είναι η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες, όπου οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα εξετάσουν τις οικονομικές επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης και τις δυνατότητες κοινής αντιμετώπισής της. Στην επιστολή πρόσκλησης που απέστειλε στις 8 Οκτωβρίου προς τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, έθεσε την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ενέργειας μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων της συνάντησης. Μάλιστα, υπογράμμισε την ανάγκη οι ηγέτες να δώσουν κατευθύνσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για προσωρινά και στοχευμένα μέτρα ανακούφισης πολιτών και επιχειρήσεων. Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις ελληνικές και ιταλικές επιδιώξεις, καθώς επιβεβαιώνει ότι το ενεργειακό κόστος θα αποτελέσει κεντρικό αντικείμενο των συζητήσεων. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχει ήδη διαμορφωθεί συμφωνία για νέες δημοσιονομικές εξαιρέσεις ή ότι θα υπάρξει υποχρεωτικά συγκεκριμένη απόφαση για τα αιτήματα των δύο χωρών.