Με σταδιακά αυξανόμενες και ισχυρές -από την πρώτη στιγμή- επίγειες και εναέριες πυροσβεστικές δυνάμεις συνεχίζεται για δεύτερη ημέρα το έργο της κατάσβεσης της μεγάλης πυρκαγιάς που χθες το απόγευμα πέρασε από τη γειτονική Βουλγαρία στο ελληνικό έδαφος και ειδικότερα στον ορεινό όγκο του Δήμου Σουφλίου. Από νωρίς το πρωί στην περιοχή επιχειρούν 148 πυροσβέστες με 38 οχήματα και οκτώ ομάδες πεζοπόρων, ενώ συνδράμουν μηχανήματα έργου και υδροφόρες ΟΤΑ και από αέρος δύο πυροσβεστικά αεροσκάφη και τρία πυροσβεστικά ελικόπτερα.
Το χρονικό της πυρκαγιάς
Ο έντονος καπνός που εμφανίστηκε το πρωί της Κυριακής στον ουρανό της Βουλγαρίας πλησίον των ελληνοβουλγαρικών συνόρων ήταν εκείνος που σύμφωνα με το δήμαρχο Σουφλίου, Παναγιώτη Καλακίκο κινητοποίησε τις πυροσβεστικές δυνάμεις της περιοχής οι οποίες περίπου τέσσερις ώρες πριν εισέλθει η φωτιά στο ελληνικό έδαφος είχαν ήδη πάρει θέση για την αντιμετώπισή της.
Όπως δηλώνει στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση του Πυροσβεστικού Σώματος ήδη από τις 12.00 με τη φωτιά να περνάει τα σύνορα -στην περιοχή μεταξύ των οικισμών Ρούσσας και Μικρού Δερείου- από τη Βουλγαρία περίπου στις 16.00. Το επιχειρησιακό κέντρο παρακολουθούσε από νωρίς την κίνηση της φωτιάς προς την Ελλάδα…»
Η αξιολόγηση της σοβαρότητας της πυρκαγιάς και η κινητοποίηση του Πυροσβεστικού Σώματος υπήρξαν σύμφωνα με τον κ. Καλακίκο άμεσες, ωστόσο οι ισχυρές -κατά διαστήματα- ριπές του αέρα, ο πολύ έντονος μαύρος καπνός που πολύ σύντομα κάλυψε σχεδόν το σύνολο του μεγάλου μετώπου της πυρκαγιάς καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολο το έργο των δυνάμενων κατάσβεσης.
Τα χαρακτηριστικά της φωτιάς που συνεχίζει την καταστροφική της πορεία
«Από πολύ νωρίς είχε γίνει αντιληπτό ότι η φωτιά που ερχόταν από τη Βουλγαρία είναι επικίνδυνη. Στη γείτονα έκαιγε κυρίως σε δρύς, σ’ εμάς στην περιοχή στην οποία κινείται καίει τις αναδασώσεις Μαύρης Πεύκης -οι οποίες έγιναν πριν περίπου 40 χρόνια και φαίνεται πως καταστράφηκαν ολοσχερώς- καθώς και δρυς και χαμηλή βλάστηση…», δηλώνει ο δασάρχης Διδυμοτείχου, Δημήτρης Μητρούδης.
Ως προς τις συνθήκες που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την οριοθέτηση και κατάσβεση της πυρκαγιάς ο κ. Μητρούδης σημειώνει: «αρχικά η φωτιά κινούνταν κάθετα προς τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα όμως η αλλαγή της διεύθυνσης του ανέμου σε ανατολικό, την έφερε παράλληλα στη συνοριογραμμή. Το αποτέλεσμα ήταν οι φλόγες να δημιουργήσουν μία μεγάλη πύρινη ζώνη κατά μήκος των συνόρων, με τη φωτιά να περνάει αρκετές φορές στο ελληνικό έδαφος. Η έντονη βλάστηση και το είδος που φύεται στην περιοχή -πεύκα, κέδρα- έχουν δημιουργήσει πολύ έντονο καπνό που δυσκολεύει τις προσπάθειες των επίγειων και εναέριων δυνάμεων. Ο αέρας σπρώχνει μέχρι στιγμής τη φωτιά – η οποία εκτιμάται ότι έχει κάψει ήδη περίπου 10.000 στρέμματα- σ’ ένα ορεινό ανάγλυφο χωρίς έντονες χαραδρώσεις.
Η κύρια βλάστηση της περιοχής που είναι η Μαύρη Πεύκη είναι ένα είδος περιορισμένης ευφλεκτότητας και ως εκ τούτου δεν ευνοεί την εξάπλωση της φωτιάς. Ωστόσο η χθεσινοβραδινή εικόνα ήταν τραγική, μία έντονη επικόρυφη φωτιά που παρά τις συντονισμένες προσπάθειες των πυροσβεστικών δυνάμεων έδειχνε ανεξέλεγκτη καθώς οι ανά διαστήματα ισχυροί άνεμοι, οι οποίοι ενώ είχαν κοπάσει περίπου στις 11.00 το βράδυ, επανήλθαν αναζωπυρώνοντας το πύρινο μέτωπο παρά το γεγονός ότι η θερμοκρασία στην ορεινή περιοχή δεν ξεπερνούσε τους εννέα βαθμούς Κελσίου, κάνοντας τη νύχτα μέρα.
Το πολύ δύσκολο είναι ότι οι φλόγες πέρασαν σε πολλά σημεία, δημιουργήθηκε από την αρχή ένα πολύ μεγάλο μέτωπο στο οποίο οι κηλιδώσεις ήταν διάσπαρτες και συνεχόμενες (σ.σ. μεταφορά καυτρών από τον άνεμο ακόμη και σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων) δημιουργώντας νέα φωτιά».