Το Σινάφι σε κρυφή στοά των Εξαρχείων, ένα τραπέζι στην Ευφρονίου, σώματα μετά την οθόνη στον Πειραιά -Οι επιλογές της Κατερίνας Ι. Ανέστη
Ένα τραπέζι για 14 άτομα στην Ευφρονίου, 2.857 εικόνες των Pet Shop Boys, το Σινάφι στα Εξάρχεια, η νέα έκθεση στην Πολυδεύκους του Πειραιά, τα ρολόγια του Τζεφ Κουνς και τα αντικείμενα με την αισθητική του στο Πωλητήριο του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Οι επιλογές για όσα αλλάζουν μορφή: από το φαγητό και την τέχνη ως την ποπ και τον χρόνο.
Σινάφι -και μια στοά με αυλή στα Εξάρχεια που μυρίζει φρέσκο ψωμί
Πριν η λέξη αποκτήσει τη σημερινή, κάπως πονηρή της χροιά -«αυτοί είναι από το ίδιο σινάφι»- σήμαινε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο. Σινάφια ήταν οι συντεχνίες, οι οργανωμένες κοινότητες των ανθρώπων που ασκούσαν την ίδια τέχνη. Εκεί ο μαθητευόμενος γινόταν κάλφας και κάποτε μάστορας, η γνώση περνούσε από χέρι σε χέρι και το επάγγελμα δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να κερδίζεις τη ζωή σου αλλά μια κοινότητα στην οποία ανήκες. Η λέξη έρχεται από το τουρκικό esnaf, με αραβική καταγωγή, και άντεξε πολύ περισσότερο από τις ίδιες τις συντεχνίες.
Μου αρέσει λοιπόν που μια παρέα ανθρώπων της σημερινής αθηναϊκής εστίασης διάλεξε να ονομάσει Σινάφι το νέο της στέκι στη Χαριλάου Τρικούπη που λειτουργεί εδώ και περίπου δύο εβδομάδες. Γιατί εδώ το όνομα δεν μοιάζει να βρέθηκε εκ των υστέρων για την ταμπέλα. Πίσω από το μαγαζί συναντιούνται, η ομάδα που γνωρίζουμε από τον Κόκκινο Λωτό, με τη μαγείρισσα Φαίδρα Μαυροειδή-Σβανά και τον Φίλιππο Αλεξίου, οι οποίοι δούλεψαν μαζί στο Line στα Πετράλωνα. Ένα μικρό σύγχρονο σινάφι ανθρώπων που ξέρουν διαφορετικά κομμάτια της ίδιας δουλειάς.
Το βρίσκεις στη Χαριλάου Τρικούπη 11, περνώντας μέσα από μια στοά, και στο βάθος ανοίγεται μια αυλή με αναρριχώμενα φυτά. Το Σινάφι ξεκινά από το πρωί και έχει σχεδιαστεί ώστε να μη χρειάζεται να αποφασίσεις εκ των προτέρων τι ακριβώς πας να κάνεις εκεί: καφές και κάτι από τον φούρνο νωρίς, φαγητό το μεσημέρι, ένα ποτήρι κρασί αργότερα, ποτό όταν η μέρα γυρίσει σε βράδυ.
Υπάρχει καθημερινό μαγείρεμα, ψωμί και ζύμες που γίνονται εδώ, μικρά πιάτα για τη μέση και δύο-τρία μαγειρευτά που αλλάζουν. Το προζυμένιο ψωμί της Φαίδρας είναι εξηγεί το Σινάφι καλύτερα από οποιαδήποτε δήλωση: φτιάχνεται με τον χρόνο του, κόβεται στη μέση του τραπεζιού και γύρω του αρχίζουν να έρχονται τα υπόλοιπα.
Μπορεί να βρεις ριγανάδα, ελιές κιμτσί, φασολάκια με βούτυρο, παστουρμά και αμύγδαλο, ενώ στα μαγειρευτά έχουν ήδη εμφανιστεί λεμονάτοι γίγαντες με λουκάνικο και μοσχαράκι κοκκινιστό με σπετσερικό και τραχανά. Το πρωί, πάλι, το γιαούρτι μπορεί να έρθει με παστέλι και ζάαταρ. Έχει ενδιαφέρον αυτή η μικρή γεωγραφική αταξία: ελληνικό μαγειρευτό, κορεάτικη ζύμωση, ένα μείγμα μπαχαρικών της Ανατολικής Μεσογείου, παστουρμάς, τραχανάς.
Και το ίδιο ισχύει για όσα πίνουμε. Υπάρχουν μπίρες, cocktails και μια λίστα περίπου 35 κρασιών, την οποία έχει επιμεληθεί η Paisley Tara Kennett (την είχαμε γνωρίσει στο Pharaoh), ώστε το Σινάφι να μπορεί να αλλάζει ρυθμό όσο περνούν οι ώρες και να λειτουργεί εξίσου φυσικά για ένα γρήγορο πρωινό ή για εκείνο το ένα ποτήρι που γίνεται δεύτερο και τελικά σε κρατάει μέχρι αργά.
Οι Pet Shop Boys σε 2.857 εικόνες
Στο Hyper Hypo, στη Βορέου 10, ανάμεσα στα βιβλία τέχνης, design, φωτογραφίας και στα ανεξάρτητα περιοδικά που έχουν κάνει το μικρό βιβλιοπωλείο του ιστορικού κέντρου έναν από τους σταθερούς τόπους αναζήτησης για έντυπα που δύσκολα συναντάς αλλού στην Αθήνα, βρίσκεται αυτές τις μέρες ένας εντυπωσιακός πορτοκαλί τόμος. Είναι το «Pet Shop Boys Volume: The Complete Visual Record», 592 σελίδες και 2.857 έγχρωμες εικόνες που καταγράφουν σαράντα χρόνια της ζωής των Pet Shop Boys όχι μέσα από τα τραγούδια τους, αλλά μέσα από όλα όσα τα έκαναν ορατά.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Thames & Hudson με αφορμή τα σαράντα χρόνια από το «Please», το πρώτο άλμπουμ του Νιλ Τέναντ και του Κρις Λόου, που κυκλοφόρησε το 1986. Είναι η συνέχεια και η κατά πολύ διευρυμένη εκδοχή του «Pet Shop Boys Catalogue» του 2006: ξεκινά από το 1984 και φτάνει έως το 2024, καταγράφοντας χρόνο προς χρόνο εξώφυλλα δίσκων και singles, συσκευασίες, φωτογραφίες, videos και ταινίες, σκηνικά συναυλιών, κοστούμια, έντυπα, merchandise και ακόμη και τις χριστουγεννιάτικες κάρτες τους.
Οι Pet Shop Boys πούλησαν περισσότερους από 50 εκατομμύρια δίσκους και έγιναν το πιο επιτυχημένο ντουέτο στην ιστορία της βρετανικής ποπ, όμως το «Volume» αφηγείται μια άλλη, παράλληλη επιτυχία τους: την κατασκευή μιας οπτικής ταυτότητας που άντεξε τέσσερις δεκαετίες χωρίς να γίνει ποτέ ακίνητη.
Ο κατάλογος των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάστηκαν εξηγεί πολλά. Ο Ντέρεκ Τζάρμαν σκηνοθέτησε τα videos των «It’s a Sin», «Rent» και «Domino Dancing» και δημιούργησε τις ταινίες που συνόδευαν την πρώτη τους περιοδεία. Ο Μπρους Γουέμπερ το ασπρόμαυρο «Being Boring», μία από τις πιο αναγνωρίσιμες οπτικές στιγμές τους. Ο Βόλφγκανγκ Τίλμανς, ο Μάρτιν Παρ και η Σαμ Τέιλορ-Τζόνσον πέρασαν επίσης από τον κόσμο τους, ενώ η Ζάχα Χαντίντ σχεδίασε τη σκηνή της περιοδείας «Nightlife». Αργότερα συνεργάστηκαν με την Ες Ντέβλιν και τον Τομ Σκατ, δύο από τα σημαντικότερα ονόματα του σύγχρονου stage design.
Και έπειτα υπάρχει ο Μαρκ Φάροου, ίσως ο άνθρωπος που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον δημιούργησε την γραφιστική γλώσσα των Pet Shop Boys. Η συνεργασία τους άρχισε από τα πρώτα χρόνια και συνεχίζεται επί δεκαετίες: τυπογραφία, γεωμετρία, χρώμα, κενός χώρος, η φωτογραφία που κάποιες φορές σχεδόν εξαφανίζεται. Ο Φάροου σχεδίασε και το «Volume», μαζί με το χαρακτηριστικό πορτοκαλί jacket του, κάνοντας το ίδιο το βιβλίο ακόμη ένα αντικείμενο μέσα στο visual archive που επιχειρεί να καταγράψει.
Γιατί ο Τέναντ και ο Λόου είχαν καταλάβει πολύ νωρίς κάτι που σήμερα θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο: η ποπ δεν είναι μόνο ήχος. Είναι η στιγμή που βλέπεις ένα εξώφυλλο στο δισκάδικο, το video που συνδέεται για πάντα με ένα τραγούδι, ο τρόπος που στέκεται ένας μουσικός μπροστά στον φακό, τα ρούχα του, η γραμματοσειρά με την οποία γράφεται το όνομά του, η σκηνή στην οποία εμφανίζεται. Και οι Pet Shop Boys χρησιμοποίησαν όλα αυτά όχι για να κατασκευάσουν την εικόνα των δύο συμβατικών pop stars, αλλά συχνά για να την υπονομεύσουν: ανέκφραστοι, αποστασιοποιημένοι, κομψοί, camp όταν ήθελαν, άλλοτε σχεδόν εξαφανισμένοι μέσα στο ίδιο τους το artwork.
Οι Κρις Χιθ και Φίλιπ Χόαρ δίνουν σύντομα κείμενα για τη γένεση των διαφορετικών projects, ο Χιθ συνομιλεί εκ νέου με τον Τέναντ και τον Λόου, η ιστορικός και επιμελήτρια design Λίμπι Σέλερς εξετάζει τη σημασία των Pet Shop Boys στην ιστορία του design και ο Τζέρεμι Ντέλερ, Turner Prize και ο ίδιος ένας καλλιτέχνης που έχει ασχοληθεί βαθιά με τη βρετανική popular culture, γράφει για την αντοχή της μουσικής και της εικόνας τους.
ONE TABLE ή το micro-hosting στην οδό Ευφρονίου
Σχεδόν διακόσια χρόνια πριν, ο Μπριγιά-Σαβαρέν έγραφε στη «Φυσιολογία της Γεύσης» ότι άλλο πράγμα είναι η απόλαυση του φαγητού και άλλο η απόλαυση του τραπεζιού. Η δεύτερη προϋποθέτει έναν τόπο συνάντησης και άλλους ανθρώπους απέναντί μας. Μόλις η πείνα αρχίσει να υποχωρεί, παρατηρούσε, αρχίζει η σκέψη, ξεκινά η συζήτηση.
Το τραπέζι υπήρξε άλλωστε ανέκαθεν κάτι πολύ περισσότερο από το έπιπλο πάνω στο οποίο ακουμπάμε το φαγητό. Οικογένειες συγκροτούνται γύρω του, φιλίες δοκιμάζονται και δυναμώνουν, συμφωνίες κλείνονται, ειδήσεις ανακοινώνονται, άνθρωποι ερωτεύονται, τσακώνονται και συμφιλιώνονται. Είναι ένας από τους παλαιότερους ιστούς κοινωνικής σύνδεσης, τόσο ώστε η κοινωνιολογία και η ανθρωπολογία να έχουν ειδικό όρο για την πράξη τού να τρώμε μαζί: commensality, από το λατινικό com και mensa, το μοίρασμα του ίδιου τραπεζιού.
Αυτή την πολύ παλιά ιδέα παίρνει και φέρνει στα μέτρα της σημερινής Αθήνας το One Table, ένας καινούργιος χώρος στην οδό Ευφρονίου, λίγα λεπτά από τον Ευαγγελισμό. Και το όνομά του είναι απολύτως κυριολεκτικό: στο κέντρο βρίσκεται ένα μεγάλο τραπέζι για έως 14 ανθρώπους και γύρω του έχει στηθεί ένας χώρος που μπορεί κάθε φορά να αλλάζει χρήση, χωρίς να χάνει την ιδιωτικότητα και την οικειότητα μιας τραπεζαρίας.
Πίσω του υπάρχει μια πλήρως εξοπλισμένη επαγγελματική κουζίνα, πράγμα που ανοίγει αρκετά το παιχνίδι. Το One Table μπορεί να γίνει ιδιωτική τραπεζαρία για μια παρέα, χώρος για ένα μικρό επαγγελματικό γεύμα ή παρουσίαση, για γευσιγνωσίες κρασιού και spirits, μαθήματα και masterclasses, αλλά και να παραχωρηθεί σε μάγειρες που θέλουν να στήσουν στην Αθήνα ένα pop-up dinner ή ένα tasting menu για ελάχιστους ανθρώπους, μαγειρεύοντας ουσιαστικά μπροστά τους. Η λογική είναι αυτή που διεθνώς περιγράφεται ως micro-hosting: μικρές συναντήσεις, σχεδιασμένες κάθε φορά για τους συγκεκριμένους ανθρώπους που θα καθίσουν γύρω από το τραπέζι, αντί για ένα ακόμη μεγάλο, απρόσωπο event.
Η γαστρονομική καρδιά του χώρου είναι η Δέσποινα Μαραγκίδου, μια μαγείρισσα που κουβαλά την εμπειρία του ιταλικού εστιατορίου L’Abbuffata, αρχικά στα Τρίκαλα Κορινθίας και αργότερα στον Πειραιά. Εδώ οργανώνει εβδομαδιαία μαθήματα μαγειρικής, private dinners και social dining βραδιές, ενώ η κουζίνα ανοίγει και σε προσκεκλημένους μάγειρες και δημιουργούς για δικά τους projects.
Και επειδή ένα τραπέζι αποκτά ενδιαφέρον κυρίως από όσα συμβαίνουν επάνω και γύρω του, το πρόγραμμα μπορεί να κινηθεί από ένα κανονικό μάθημα μαγειρικής έως μια βραδιά με παζλ, κρασί και τσιμπολόγημα, ή ένα «papara food» dinner: φαγητά με αρκετές σάλτσες, ψωμί στη μέση και την άδεια να κάνεις αυτό που σε ένα πιο επίσημο τραπέζι ίσως συγκρατούσες.
Το One Table μπορεί επίσης να φιλοξενήσει γενέθλια και επετείους, workshops δημιουργικής γραφής ή τέχνης, podcasts και γυρίσματα – η επαγγελματική κουζίνα και ο ίδιος ο χώρος είναι διαθέσιμοι και για φωτογραφήσεις και content creation. Όμως το ενδιαφέρον του παραμένει αυτή η εξαιρετικά απλή αρχική χειρονομία: αντί να γεμίσεις έναν χώρο με τραπέζια, βάζεις ένα. Και βλέπεις ποιους θα φέρει κοντά.
One Table, Ευφρονίου 33, Καισαριανή | έως 14 άτομα | 212 810 8274 | @onetableathens
Τι απομένει από το σώμα στην εποχή της ΑΙ; Ο Τίσαν Χσου στον Πειραιά
UV-print, silicone, ink, acrylic, stainless steel, on wood 120.7 x 156.2 x 14 cm
47 1⁄2 x 61 1⁄2 x 5 1⁄2 in
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Τίσαν Χσου δούλευε νύχτες σε δικηγορικό γραφείο στη Νέα Υόρκη, περνώντας ώρες μπροστά σε έναν επεξεργαστή κειμένου. Οι περισσότεροι τότε έβλεπαν στον υπολογιστή ένα καινούργιο εργαλείο, ενώ εκείνος άρχισε να παρατηρεί κάτι διαφορετικό: τι συνέβαινε στον άνθρωπο που καθόταν απέναντί του. Πολύ πριν αποκτήσουμε tech neck, πριν το κινητό γίνει σχεδόν προέκταση της παλάμης μας και βέβαια πριν η τεχνητή νοημοσύνη εγκατασταθεί στην καθημερινότητά μας, ο Χσου αναρωτιόταν ήδη πώς η τεχνολογία αλλάζει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, αλλά και τον τρόπο που κατοικούμε το ίδιο μας το σώμα.
Γεννημένος στη Βοστώνη το 1951, με σπουδές αρχιτεκτονικής στο MIT και κινηματογράφου στο Χάρβαρντ, άρχισε από τα μέσα των 80s να δημιουργεί παράξενες επιφάνειες που έμοιαζαν ταυτόχρονα με δέρμα, βιομηχανικό αντικείμενο και οθόνη. Το ανθρώπινο σώμα και η μηχανή, το οργανικό και το τεχνητό άρχισαν να συγχωνεύονται στη δουλειά του σε μια εποχή κατά την οποία ο προσωπικός υπολογιστής μόλις έμπαινε στα σπίτια.
Σαράντα χρόνια αργότερα, αυτή η εμμονή μοιάζει σχεδόν προφητικά επίκαιρη. Στην πρώτη έκθεσή του στην Ελλάδα, «New Work: 2026», που παρουσιάζουν μαζί το The Intermission και η Lisson Gallery στον Πειραιά, μπαίνει στη σχέση ένας ακόμη παράγοντας: η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι εικόνες των νέων έργων έχουν αρχικά παραχθεί με ΑΙ και στη συνέχεια έχουν υποστεί επεξεργασία από τον ίδιο, δημιουργώντας ήδη από τη διαδικασία παραγωγής έναν διάλογο ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή για το ποιος, τελικά, δημιουργεί την εικόνα. Οπές που θυμίζουν αυτιά εμφανίζονται μέσα σε βιομηχανικά και αγροτικά τοπία, η ανθρώπινη ανατομία διασταυρώνεται με τη μηχανή και τη φύση και τα όρια ανάμεσά τους γίνονται ολοένα πιο ασταθή.
Και τα ίδια τα έργα αρνούνται να μείνουν απλές εικόνες. Ο Χσου χρησιμοποιεί εκτύπωση inkjet με UV μελάνια, μεταξοτυπία και χυτή σιλικόνη πάνω σε καμπύλες επιφάνειες που παραπέμπουν στις οθόνες, συνεχίζοντας μια φόρμα που χρησιμοποιεί ήδη από τη δεκαετία του ’80. Στην πίσω πλευρά τους βάζει έντονο χρώμα, το οποίο αντανακλάται στον τοίχο και δημιουργεί γύρω από το έργο τη λάμψη μιας ενεργοποιημένης οθόνης. Η εικόνα αποκτά σώμα την ίδια στιγμή που το σώμα μέσα στην εικόνα μοιάζει να χάνει τη σταθερή του μορφή.
Ο Χσου δεν αντιμετώπισε ποτέ το ψηφιακό ως έναν άυλο κόσμο στον οποίο κάποια στιγμή θα εγκαταλείπαμε το σώμα μας. «Πάντα είχα ορισμένες αμφιβολίες για τη “μετάβαση” από το σώμα στο εικονικό», έχει πει στο ArtReview. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι περισσότερο η μεταξύ τους διαρροή: το σώμα ως μια διεπαφή όπου πραγματικό και εικονικό, οργανικό και τεχνητό εισχωρούν πλέον το ένα μέσα στο άλλο.
72 x 72 x 1 1⁄2 in
Στα καινούργια έργα μιλά για μια «αναδυόμενη ανθρώπινη σύνταξη», έναν νέο τρόπο με τον οποίο σώμα, μηχανή, εικόνα, φύση και ΑΙ αρχίζουν να συντάσσονται μεταξύ τους σε υλικό, εννοιολογικό και γνωστικό επίπεδο. Αν οι εικόνες του προκαλούν μια μικρή δυσφορία, ίσως είναι επειδή το μέλλον που προσπαθούσε να φανταστεί πριν από σαράντα χρόνια δεν βρίσκεται πια ακριβώς στο μέλλον.
Tishan Hsu, «New Work: 2026». The Intermission × Lisson Gallery
Πολυδεύκους 37Α, Πειραιάς 1 Οκτωβρίου – 19 Δεκεμβρίου
Τετάρτη–Σάββατο, 12.00–20.00
JEFF KOONS × HUBLOT – Ο Balloon Dog άρχισε να μετρά τον χρόνο
Ο Τζεφ Κουνς πήρε κάποτε ένα από τα πιο εφήμερα αντικείμενα της παιδικής ηλικίας, ένα σκυλάκι φτιαγμένο από μπαλόνι, και το μετέτρεψε σε κάτι μνημειακό, βαρύ, γυαλισμένο σαν καθρέφτη και πρακτικά άφθαρτο. Τώρα κάνει μια παράξενη αντίστροφη κίνηση: βάζει τον Balloon Dog να μετρά τον χρόνο.
Η πρώτη συνεργασία του Αμερικανού καλλιτέχνη με τη Hublot παρουσιάστηκε στις 16 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Ο ελβετικός οίκος και ο Κουνς δημιούργησαν δύο εντελώς διαφορετικά μοντέλα, μεταφέροντας στο πεδίο της υψηλής ωρολογοποιίας δύο από τις πιο αναγνωρίσιμες εμμονές του: τα Balloon Dogs και τα Gazing Balls.
Στο Classic Fusion Balloon Dog by Jeff Koons, ολόκληρο το ρολόι μοιάζει να έχει φουσκώσει με αέρα. Η κάσα των 42 χιλιοστών αποκτά καμπύλες, κυρτές επιφάνειες, οι χαρακτηριστικές βίδες της Hublot στρογγυλεύουν, ακόμη και οι δείκτες και οι ενδείξεις αποκτούν όγκο. Κοιτάζοντας καλύτερα, ανακαλύπτεις μικρές αναφορές στο γλυπτό παντού: η κορώνα θυμίζει τη βαλβίδα από την οποία φουσκώνουμε ένα μπαλόνι, μια εύκαμπτη λαστιχένια «ουρά» ξεπροβάλλει από την κάσα, ενώ στο αντίβαρο του δευτερολεπτοδείκτη εμφανίζεται ένας μικροσκοπικός Balloon Dog.
Το μοντέλο κυκλοφορεί σε κόκκινο, μπλε και ασημί, με 200 κομμάτια από κάθε εκδοχή. Στα δύο πρώτα χρησιμοποιείται γυαλισμένο ανοδιωμένο αλουμίνιο ώστε η επιφάνεια να πλησιάζει τα έντονα χρώματα και την ανακλαστικότητα των γλυπτών του Κουνς, ενώ η ασημένια έκδοση είναι από γυαλισμένο ατσάλι. Στο εσωτερικό βρίσκεται ο αυτόματος μηχανισμός HUB1710.
Ο Balloon Dog είναι ίσως το ιδανικό έργο για μια τέτοια μετάλλαξη. Ο Κουνς άρχισε τη σειρά Celebration τη δεκαετία του 1990, παίρνοντας τη μορφή ενός παιχνιδιού που μπορεί να ξεφουσκώσει μέσα σε λίγα λεπτά και αποδίδοντάς την σε καθρεφτισμένο ανοξείδωτο ατσάλι, σε κλίμακα μνημείου. Το 2013 το «Balloon Dog (Orange)» πουλήθηκε από τον Christie’s για 58,4 εκατομμύρια δολάρια, τότε τιμή-ρεκόρ για έργο εν ζωή καλλιτέχνη. Έξι χρόνια αργότερα, το «Rabbit» του θα ανέβαζε το προσωπικό του ρεκόρ στα 91,1 εκατομμύρια.
Η συνεργασία όμως έχει και ένα δεύτερο, εντελώς διαφορετικό ρολόι. Στο MP-14 Origin by Jeff Koons, ο Balloon Dog εξαφανίζεται και τη θέση του παίρνει ο κόσμος των Gazing Balls, των γυαλισμένων μπλε σφαιρών μέσα στις οποίες ο θεατής βλέπει να καθρεφτίζεται ο ίδιος και ο χώρος γύρω του.
Στο κέντρο μιας διάφανης οκταγωνικής κάσας από ζαφείρι και τιτάνιο αιωρείται ένας μπλε θόλος από ζαφείρι. Γύρω του κινούνται δακτύλιοι από λευκό χρυσό με baguette διαμάντια και μπλε ζαφείρια, ενώ δύο μικροί κύβοι δείχνουν τις ώρες και τα λεπτά σαν σώματα που κινούνται σε τροχιά. Στην καρδιά του βρίσκεται το πρώτο αυτόματο κεντρικό tourbillon της Hublot, ένας μηχανισμός 594 εξαρτημάτων. Μόνο η κατεργασία της κάσας από ζαφείρι απαιτεί, σύμφωνα με τον οίκο, περίπου 534 ώρες.
Την ίδια ώρα, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης παρουσιάζεται έως τις 28 Σεπτεμβρίου η έκθεση «Jeff Koons: “Αφροδίτη” του Lespugue», όπου ο Κουνς ξεκινά από ένα από τα αρχαιότερα γνωστά γυναικεία ειδώλια του κόσμου, την Αφροδίτη του Lespugue, ηλικίας περίπου 25.000 ετών, και φτάνει στο δικό του μνημειακό «Balloon Venus Lespugue (Orange)».
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο αντικείμενα είναι τεράστια: από ένα μικρό παλαιολιθικό σώμα σε μια γιγαντιαία, καθρεφτισμένη μορφή που μοιάζει φτιαγμένη από φουσκωμένο μπαλόνι. Κι όμως ο Κουνς τα συνδέει μέσα από μια ιδέα που επιστρέφει διαρκώς στη δουλειά του: το σώμα, τη γέννηση, τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία και τη δυνατότητα μιας εικόνας να επιβιώνει αλλάζοντας μορφή μέσα στον χρόνο.
Και η εικόνα συνεχίζει το ταξίδι της έξω από την αίθουσα της έκθεσης. Στο Cycladic Shop βρίσκουμε μια μικρή σειρά αντικειμένων εμπνευσμένων από την παρουσία του Κουνς στο μουσείο: T-shirt με το «Balloon Venus Lespugue», T-shirt με σχέδιο του καλλιτέχνη του 2013, αφίσα του «Balloon Venus Lespugue (Orange)», shopper bag που δημιουργήθηκε αποκλειστικά για το μουσείο σε συνεργασία με την Bleecker & Love, καθώς και τον δίγλωσσο κατάλογο της έκθεσης.
Από το μικροσκοπικό προϊστορικό ειδώλιο στο μνημειακό γλυπτό και από εκεί σε μια τσάντα στην Αθήνα. Από το φτηνό παιδικό μπαλόνι στον Balloon Dog των 58,4 εκατομμυρίων δολαρίων και τώρα σε ένα ελβετικό μηχανικό ρολόι. Αυτές οι μεταμορφώσεις δεν είναι ξένες προς το έργο του Κουνς. Η διαδρομή ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και το καταναλωτικό αντικείμενο, στο μοναδικό και στο πολλαπλό, στην επιθυμία και στην τιμή που αποκτά το αντικείμενο, βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στην καρδιά του.
Cycladic Shop | Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Νεοφύτου Δούκα 4 | «Jeff Koons: “Αφροδίτη” του Lespugue» έως 28 Σεπτεμβρίου
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο