Οι Καρυάτιδες της Ρέιτσελ Φάινσταϊν έρχονται στην Αθήνα -H Ελένη της Τροίας και η Πέτρα φον Καντ του Φασμπίντερ
Στην πρώτη έκθεσή της στην Ελλάδα, στην Gagosian, η Ρέιτσελ Φάινσταϊν εξετάζει την αρχαιότητα μέσα από ερωτήματα που την απασχολούν εδώ και χρόνια: τι ζητάμε από τις γυναίκες, ποιος καθορίζει τη θέση τους και πόσο βάρος εξακολουθούν να σηκώνουν, δημιουργώντας δύο νέες Καρυάτιδες.
Η Ρέιτσελ Φάινσταϊν μεγάλωσε πιστεύοντας ότι μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Δεν είχε αδελφούς, έπαιζε μπάλα με τα αγόρια και στο σπίτι της δεν συζητούσαν ιδιαιτέρως για το τι αρμόζει σε ένα κορίτσι. Όταν έφτασε στο Πανεπιστήμιο Columbia, όπως έχει αφηγηθεί, δεν είχε ακόμη πραγματική συνείδηση των έμφυλων ρόλων. Χρειάστηκε να μεγαλώσει, να γίνει καλλιτέχνης, σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών για να αντιληφθεί πόσο διαφορετικοί παρέμεναν οι κανόνες.
«Μεγάλωσα με την πεποίθηση ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα και ότι δεν υπάρχει γυάλινη οροφή», έχει πει σε μεγάλη συζήτησή της με τον Φονγκ Μπούι στο Brooklyn Rail. Η πραγματικότητα που συνάντησε ως ενήλικη ήταν περισσότερο σύνθετη.
Στα 55 της σήμερα, με σχεδόν τρεις δεκαετίες δουλειάς πίσω της, η Φάινσταϊν έρχεται για πρώτη φορά με ατομική έκθεση στην Ελλάδα και καταπιάνεται με μια γυναικεία μορφή που βρίσκεται εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια μπροστά στα μάτια μας: την Καρυάτιδα και τη μυθολογία που έχει αναπτυχθεί δίπλα και πέρα από αυτήν.
Στην έκθεση «Μοίρες» («Fates»), που εγκαινιάζεται στις 24 Σεπτεμβρίου στην Gagosian της Αθήνας, παρουσιάζει ένα νέο σώμα δουλειάς με γλυπτά, ζωγραφικά έργα σε καθρέφτη και έργα σε χαρτί, επιστρέφοντας σε μοτίβα της ελληνικής αρχαιότητας για να μιλήσει για τη θηλυκότητα, τη μνήμη, το μνημείο, αλλά και για εκείνη την πολύ ιδιαίτερη συνύπαρξη μυθολογίας και καθημερινής ζωής που βρίσκει κανείς στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Δύο νέες Καρυάτιδες στην Αθήνα
Στο κέντρο της έκθεσης στέκονται δύο μεγάλες Καρυάτιδες του 2026, η Ελένη και η Πέτρα. Φτιαγμένες από τερακότα στην ιστορική Μανιφακτούρα Πορσελάνης Νύμφενμπουργκ στο Μόναχο, έχουν διαφορετικά ρούχα και χαρακτηριστικά και κρατούν από ένα αντικείμενο που προδίδει την ταυτότητά τους. Μαζί με τις βάσεις και τα αρχιτεκτονικά τους στοιχεία φτάνουν περίπου στα 2,44 μέτρα και είναι πολύχρωμες, παραπέμποντας στην πολυχρωμία που είχε η αρχαία ελληνική γλυπτική προτού οι αιώνες μάς κληροδοτήσουν την εικόνα ενός λευκού, μαρμάρινου κόσμου.
Η πρώτη είναι η Ελένη της Τροίας και κρατά ένα μήλο. Η δεύτερη είναι η Πέτρα φον Καντ από τις «Πικρές σταγόνες της Πέτρα φον Καντ», την ταινία του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ του 1972, με την ιστορία μιας επιτυχημένης σχεδιάστριας μόδας και της οδυνηρής σχέσης της με μια νεότερη γυναίκα.
Η Ελένη είναι μία από τις γυναίκες πάνω στις οποίες η δυτική αφήγηση φόρτωσε επί αιώνες την ομορφιά, τον πόθο και την ενοχή για την καταστροφή που ακολούθησε. Η Πέτρα φον Καντ του Φασμπίντερ ανήκει σε έναν κόσμο στον οποίο η γυναίκα έχει πλέον επαγγελματική και οικονομική δύναμη, παραμένει όμως ευάλωτη στις σχέσεις επιθυμίας, εξάρτησης και εξουσίας. Η Φάινσταϊν τις τοποθετεί τώρα στην ίδια θέση, μετατρέποντας και τις δύο σε γυναίκες-αρχιτεκτονικά μέλη.
Η Καρυάτιδα την ενδιαφέρει ακριβώς γι’ αυτή τη διπλή υπόσταση. Είναι γυναικεία μορφή και συγχρόνως σώμα που έχει αναλάβει μια δουλειά: να στηρίζει, να φέρει ένα βάρος. Η Φάινσταϊν έχει συνδέσει τις Καρυάτιδες με τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες στηρίζουν τον κόσμο και την κοινωνική του τάξη.
Κοιτάζει ταυτόχρονα τη μεγάλη διαδρομή αυτής της μορφής μετά την ελληνική αρχαιότητα, από τις ρωμαϊκές, αναγεννησιακές και νεοκλασικές εκδοχές της έως την «Πεσμένη Καρυάτιδα που κουβαλά την πέτρα της» του Ογκίστ Ροντέν, του 1881-82, και τη μικρού μήκους ταινία «Οι λεγόμενες Καρυάτιδες» της Ανιές Βαρντά. Το 1984 η Βαρντά είχε στρέψει την κάμερά της στις Καρυάτιδες που βρίσκονται στις προσόψεις κτιρίων του Παρισιού, παρατηρώντας αυτά τα πέτρινα γυναικεία σώματα που βαστούν μπαλκόνια και αρχιτεκτονικά βάρη μέσα στη σύγχρονη πόλη.
«Θέλω να με παίρνουν πιο σοβαρά»
Για τη Φάινσταϊν, ωστόσο, η συζήτηση γύρω από το τι βλέπουμε όταν κοιτάζουμε μια γυναίκα έχει και προσωπική ιστορία. Γεννήθηκε το 1971 στο Φορτ Ντιφάιανς της Αριζόνα, μεγάλωσε στο Μαϊάμι και σπούδασε στη Νέα Υόρκη. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 άρχισε να ξεχωρίζει περνώντας με μεγάλη ελευθερία από τη γλυπτική στη ζωγραφική και την εγκατάσταση, αντλώντας από το Ροκοκό, τα παραμύθια και τη θρησκευτική τέχνη μέχρι τη μόδα και τη λαϊκή κουλτούρα.
Το 2002, όταν ήταν 31 ετών, η Art Newspaper έδωσε σε μια συνέντευξή της τον τίτλο «Θέλω να με παίρνουν πιο σοβαρά». Η Φάινσταϊν είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τη δική της θέση στην καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης, αλλά γνώριζε ότι η εικόνα της μπορούσε να προηγείται του έργου. «Υποτίθεται ότι το θέμα είναι το έργο», έλεγε τότε. «Κανονικά δεν θα έπρεπε καν να ξέρεις πώς μοιάζω».
Αυτή η σχέση ανάμεσα στην εικόνα μιας γυναίκας και στη σοβαρότητα που της αποδίδεται δεν έπαψε να την απασχολεί. Απέκτησε το πρώτο της παιδί το 2003 και η μητρότητα έφερε ένα διαφορετικό πρόβλημα μέσα στη δουλειά και στη ζωή της: πόσο μπορεί μια γυναίκα να μοιράζει τον χρόνο και την ενέργειά της χωρίς να θεωρείται λιγότερο αφοσιωμένη στην τέχνη της;
Το βάρος ως μέρος της κατασκευής της ίδιας της Καρυάτιδας
«Αν ένας καλλιτέχνης είναι καλός άνθρωπος, ιδιαίτερα αν είναι γυναίκα και καλή μητέρα, κατά κάποιον τρόπο αυτό κάνει την τέχνη της να μοιάζει λιγότερο έγκυρη», είπε το 2024 στο Cultured. Η παρατήρηση αφορούσε την προσωπική της εμπειρία αλλά και ένα ολόκληρο πρότυπο πάνω στο οποίο χτίστηκε για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα ο μύθος της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας.
Όταν μιλά γι’ αυτό, η Φάινσταϊν φέρνει παραδείγματα όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Τζάκσον Πόλοκ και ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ. Άνδρες των οποίων η απόλυτη απορρόφηση από τη δημιουργία, ακόμη και όταν είχε κόστος για τους ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα τους, μπόρεσε να ενσωματωθεί στην εικόνα του μεγάλου καλλιτέχνη. Η γυναίκα δημιουργός, υποστηρίζει, κουβαλούσε παράλληλα μια εντελώς διαφορετική δέσμη απαιτήσεων.
Στη συζήτησή της με τον Φονγκ Μπούι μίλησε πολύ ανοιχτά για τις φορές που έπρεπε να διαλέξει αν θα μείνει στο στούντιο για να τελειώσει ένα έργο ή αν θα επιστρέψει στα παιδιά της, αλλά και για την ενέργεια που οι γυναίκες μοιράζουν σε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις: παιδιά, σπίτι, σύντροφο, δουλειά.
Δεν περιγράφει πάντως τη μητρότητα ως μια απλή ιστορία στέρησης. Έχει μιλήσει και για τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά της άλλαξαν τη ματιά της, την ανάγκασαν να επιβραδύνει, να παρατηρεί και να μην υποκύπτει πάντοτε στην τελειομανία. Ακόμη και η κρίση τους απέναντι στα έργα της έχει θέση μέσα στο στούντιο: συχνά, έχει πει, αγαπούν ακριβώς εκείνο το ακατέργαστο σημείο που η ίδια ετοιμάζεται να «διορθώσει».
Πρόσωπα νεκρών μέσα στον καθρέφτη
Οι Καρυάτιδες είναι μόνο ένα μέρος της έκθεσης στην Αθήνα. Στη σειρά ζωγραφικών έργων σε καθρέφτη με επιτύμβιες στήλες, η Φάινσταϊν επιστρέφει στις ανάγλυφες στήλες των αρχαίων ελληνικών τάφων και στις συγκρατημένες σκηνές αποχαιρετισμού που διασώζουν: άνθρωποι καθισμένοι ή όρθιοι, χέρια που συναντιούνται, βλέμματα ανάμεσα σε εκείνον που φεύγει και σε εκείνους που μένουν.
Ο θεατής που πλησιάζει για να τις δει εμφανίζεται αναγκαστικά ανάμεσά τους. Το δικό του πρόσωπο μπαίνει στην εικόνα μαζί με τα πρόσωπα των νεκρών, και η απόσταση ανάμεσα στο αρχαιολογικό αντικείμενο και στη σημερινή ζωή ξαφνικά μικραίνει.
Η μνήμη και το μνημείο απασχολούν ολόκληρη την έκθεση. Ένα από τα έργα που οδήγησαν τη Φάινσταϊν προς την αρχαία στήλη ήταν το «Κόκκινο» του 2026, ένα ανάγλυφο με έναν σκύλο ξαπλωμένο πάνω σε πλάκα, που δημιουργήθηκε στη μνήμη ενός φίλου της. Από αυτή την προσωπική απώλεια η καλλιτέχνις έφτασε στις μορφές με τις οποίες οι αρχαίοι Έλληνες προσπάθησαν να διατηρήσουν κάτι από την παρουσία ενός ανθρώπου μετά τον θάνατό του.
Τι είδε στα αρχαία ελληνικά αγγεία
Σε ένα άλλο τμήμα της έκθεσης, η Φάινσταϊν στρέφεται στην αρχαία αγγειογραφία. Κυκλικά έργα με γκουάς δανείζονται μοτίβα από τα αγγεία, ενώ σε νέα γλυπτά παραστάσεις από αθηναϊκά μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία μεταφέρονται σε φόρμες που θυμίζουν αμφορείς.
Στις επιφάνειες αυτών των αντικειμένων βρίσκει κάτι που συχνά χάνεται όταν κοιτάζουμε την αρχαιότητα από τη μεγάλη απόσταση των αιώνων: καθημερινή ζωή. Αθλητές, ενδύματα, σώματα, σεξ, κοινωνικές τελετουργίες μπορούσαν να συνυπάρχουν με θεούς και ήρωες. Το μυθικό δεν κατοικούσε σε έναν αποστειρωμένο κόσμο, χωρισμένο από την πραγματικότητα των ανθρώπων.
Η Φάινσταϊν δουλεύει εδώ με υλικά που φορτίζει και η ίδια συμβολικά. Χρησιμοποιεί χαλκό και τερακότα, συνδέοντας τον χαλκό με τον Πατέρα Ουρανό και το αρσενικό και την τερακότα με τη Μητέρα Γη και το θηλυκό.
Το 2019, όταν το Εβραϊκό Μουσείο της Νέας Υόρκης παρουσίασε μεγάλη έκθεση της δουλειάς της, ο τίτλος ήταν «Κόρη, Μητέρα, Γριά», οι τρεις ηλικίες της γυναίκας που συναντάμε επί αιώνες στη μυθολογία και στα παραμύθια.
Η ίδια έχει επιστρέψει επανειλημμένα στον τρόπο με τον οποίο η ομορφιά, η νεότητα, η μητρότητα και τα γηρατειά καθορίζουν όχι μόνο το πώς απεικονίζεται μια γυναίκα αλλά και το πώς διαβάζεται. Και έχει θέσει το ίδιο ερώτημα μέσα στην ίδια την Ιστορία της Τέχνης.
Σε συζήτησή της με την Πολωνή καλλιτέχνιδα Έβα Γιουσκιέβιτς αναρωτιόταν γιατί ορισμένες γυναίκες δημιουργοί κατάφεραν να παραμείνουν στον κανόνα, ενώ άλλες σχεδόν εξαφανίστηκαν, φέρνοντας στη συζήτηση την Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι και την Ελιζαμπέτ Βιζέ Λε Μπρεν. Η ερώτηση που έθεσε ήταν απλή: «Ποιος φτιάχνει αυτούς τους κανόνες και γιατί;»
Στην Αθήνα, η ερώτηση αυτή βρίσκεται πια απέναντι σε αρχέτυπα που γνωρίζουμε από παιδιά. Η Φάινσταϊν παίρνει την Ελένη της Τροίας, τις επιτύμβιες στήλες, τις παραστάσεις των αγγείων και κυρίως την Καρυάτιδα και τις «μετακινεί» ελάχιστα, όσο χρειάζεται για να τις ανακαλύψουμε ξανά.
Ρέιτσελ Φάινσταϊν, «Μοίρες» («Fates»)
Gagosian Αθήνας, Αναπήρων Πολέμου 22
24 Σεπτεμβρίου 2026 – 9 Ιανουαρίου 2027
Εγκαίνια: 24 Σεπτεμβρίου, 18:00-20:00
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο