Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι πλέον μια προσωρινή δυσκολία που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με επιδόματα, χαμηλότοκα δάνεια ή μεμονωμένα προγράμματα. Έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της χώρας, καθώς το κόστος αγοράς και μίσθωσης κατοικίας έχει αυξηθεί σημαντικά και ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών κατευθύνεται πλέον στη στέγαση.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου», οι δράσεις ανακαίνισης κλειστών κατοικιών, η κοινωνική αντιπαροχή και η αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η νέα Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026–2035 επιχειρεί, επίσης, να δημιουργήσει για πρώτη φορά ένα ενιαίο και μακροχρόνιο πλαίσιο.
Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να αποτελέσει κεντρικό στόχο της επόμενης περιόδου: Για να λυθεί το στεγαστικό, η Ελλάδα χρειάζεται να δημιουργήσει μόνιμο απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Από τις επιδοτήσεις στη σταθερή αύξηση της προσφοράς
Η οικονομική ενίσχυση των νοικοκυριών είναι αναγκαία, ιδιαίτερα για τους οικονομικά ασθενέστερους. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί από μόνη της στεγαστική πολιτική. Όταν η διαθέσιμη προσφορά κατοικιών είναι περιορισμένη, η συνεχής ενίσχυση της ζήτησης δεν αντιμετωπίζει τη βασική αιτία του προβλήματος. Χρειάζονται παράλληλα πολιτικές που θα αυξήσουν πραγματικά τον αριθμό των κατοικιών που διατίθενται για μακροχρόνια και προσιτή στέγαση.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί σταδιακά ένα σημαντικό απόθεμα κατοικιών που θα παραμένει διαθέσιμο για κοινωνική ή προσιτή μίσθωση σε βάθος χρόνου. Δεν μιλάμε αποκλειστικά για δωρεάν κατοικίες ή για κατοικίες που απευθύνονται μόνο στις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Η σύγχρονη έννοια της προσιτής κατοικίας πρέπει να αφορά και νέους εργαζόμενους, νέα ζευγάρια, οικογένειες, φοιτητές και νοικοκυριά με μεσαία εισοδήματα που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις σημερινές τιμές της αγοράς.
Η δημόσια περιουσία πρέπει άμεσα να ενεργοποιηθεί
Το Δημόσιο, οι Δήμοι και άλλοι δημόσιοι φορείς διαθέτουν σημαντική ακίνητη περιουσία, μέρος της οποίας παραμένει για χρόνια αναξιοποίητο. Κτίρια που παραμένουν κλειστά, οικόπεδα, παλαιές δημόσιες εγκαταστάσεις και άλλες εκτάσεις μπορούν, όπου αυτό είναι πολεοδομικά και οικονομικά εφικτό, να ενταχθούν σε ένα ενιαίο πρόγραμμα δημιουργίας κατοικιών. Η κοινωνική αντιπαροχή αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο. Το Δημόσιο μπορεί να διαθέτει το ακίνητο και ο ιδιωτικός τομέας να αναλαμβάνει την κατασκευή ή ανακατασκευή, με ένα μέρος των κατοικιών να επιστρέφει ή να παραμένει διαθέσιμο για κοινωνική και προσιτή στέγη. Αλλά και η δημιουργία κοινωνικών δημοσίων κατοικιών είναι εφικτή και απαραίτητη για τη λύση του στεγαστικού. Π.χ., με τα 3 δις των προγραμμάτων Σπίτι μου Ι, ΙΙ θα μπορούσαν να δημιουργηθούν 15.000 κοινωνικές κατοικίες! Η Ελλάδα έχει μηδενικό απόθεμα κοινωνικών κατοικιών, χωρίς να υπάρχει μια σαφής στόχευση για το μέλλον, είναι ένα μεγάλο έλλειμμα πολιτικής.
Και τα κλειστά ιδιωτικά ακίνητα είναι μέρος της λύσης

Η δημιουργία προσιτής κατοικίας δεν χρειάζεται να στηριχθεί αποκλειστικά στη νέα οικοδομή. Στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλο απόθεμα παλαιών και κλειστών κατοικιών. Πολλά από αυτά τα ακίνητα χρειάζονται σημαντικές εργασίες ανακαίνισης για να επιστρέψουν στην αγορά. Η Πολιτεία μπορεί να προσφέρει ισχυρά φορολογικά κίνητρα, επιδότηση ανακαίνισης και πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Σε αντάλλαγμα, ο ιδιοκτήτης θα δεσμεύεται να διαθέσει το ακίνητο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε μακροχρόνια μίσθωση και με συμφωνημένο πλαίσιο προσιτού μισθώματος. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται νέα προσφορά χωρίς να απαιτείται παντού νέα κατασκευή, αναβαθμίζεται το γερασμένο κτιριακό απόθεμα και ενεργοποιείται ιδιωτική περιουσία που σήμερα παραμένει ανεκμετάλλευτη.
Οι Δήμοι πρέπει να αποκτήσουν ενεργό ρόλο
Το στεγαστικό δεν είναι ίδιο σε ολόκληρη τη χώρα. Άλλες ανάγκες έχει το κέντρο της Αθήνας, άλλες τα βόρεια προάστια, άλλες η Θεσσαλονίκη, τα νησιά, οι τουριστικές περιοχές ή μια μικρότερη περιφερειακή πόλη. Για τον λόγο αυτό χρειάζεται και τοπική διάσταση στη στεγαστική πολιτική. Κάθε Δήμος θα πρέπει να γνωρίζει πόσες κατοικίες απαιτούνται, ποιες κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση και ποια δημόσια ή δημοτικά ακίνητα μπορούν να αξιοποιηθούν. Ενώ επιτέλους να αποτυπωθεί η περιουσία κάθε Δήμου που σήμερα δεν γνωρίζει πλήρως τι διαθέτει και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί με κοινωνικό πρόσημο. Παράλληλα, χρειάζεται κεντρικός συντονισμός, ώστε να μην δημιουργηθούν δεκάδες διαφορετικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ένα μόνιμο, ενεργό, σύγχρονο απόθεμα κατοικιών
Το σημαντικότερο είναι οι κατοικίες που θα δημιουργηθούν με δημόσιους πόρους ή μέσω αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας να μην αποτελέσουν απλώς μια πρόσκαιρη παρέμβαση. Χρειαζόμαστε έναν μηχανισμό μέσω του οποίου το απόθεμα προσιτής κατοικίας θα διατηρείται, θα ανανεώνεται και θα αυξάνεται κάθε χρόνο. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Η χώρα χρειάζεται να περάσει από τη λογική «ποιο πρόγραμμα ανοίγει φέτος» στη λογική μιας μόνιμης εθνικής στεγαστικής υποδομής. Η νέα Εθνική Στρατηγική δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία. Για να έχει όμως πραγματικό αποτέλεσμα, πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένες κατοικίες, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμους στόχους. Το στεγαστικό δεν θα λυθεί με ένα μόνο μέτρο. Χρειάζεται ενεργοποίηση των δημοσίων και κλειστών ακινήτων, ανακαινίσεις, αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, κίνητρα στους ιδιοκτήτες και καλύτερη λειτουργία της αγοράς. Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται κάτι που η Ελλάδα δεν κατάφερε να δημιουργήσει συστηματικά τις προηγούμενες δεκαετίες: ένα μόνιμο, σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο απόθεμα προσιτής και κοινωνικής κατοικίας με προμετωπίδα τα δημόσια ακίνητα.
Γιατί η προσιτή στέγη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έκτακτη κοινωνική παροχή. Είναι βασική προϋπόθεση για να μπορούν οι νέοι να αυτονομηθούν, οι οικογένειες να σχεδιάσουν το μέλλον τους και οι πόλεις μας να παραμείνουν οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμες.