Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Ξαπλώσαμε ανάμεσα σε κρυστάλλους και ουρές αλόγων -Πήγαμε στην έκθεση της Αμπράμοβιτς στη Βενετία, γίναμε μέρος του έργου

Στα 80 της, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς επιστρέφει στη Βενετία με μια γιγαντιαία έκθεση που απαιτεί κάτι όλο και πιο δυσεύρετο: την αδιαίρετη προσοχή μας, τον χρόνο μας. Επισκεφθήκαμε την έκθεση -και γίναμε οι ίδιοι περφόρμερ.

«Δώσε μου τον χρόνο σου, θα σου δώσω μια εμπειρία». Η Mαρίνα Αμπράμοβιτς, με αυτή τη φωνή που είναι μαζί αισθησιακή και υπνωτιστική, με τη σέρβικη προφορά πολύ βαριά και περήφανη για να σβήσει κάτω από τις αγγλικές λέξεις, μας κοιτά μέσα στην Accademia της Βενετίας και μας ζητά αυτή την συναλλαγή. Ζητά ουσιαστικά κάτι που έχει γίνει σχεδόν εξωφρενικά πολύτιμο: χρόνο χωρίς διάσπαση, χωρίς κινητό, χωρίς την αγωνία της επόμενης εικόνας.

Ιδανικά θα ήθελε να μείνουμε τρεις ώρες, μας λέει, μέσα στην τεράστια έκθεσή της, την πρώτη εν ζωή γυναίκας καλλιτέχνιδος στον ιστορικό ιταλικό οργανισμό. Υπάρχουν ακόμη και ακουστικά για να απομονώσεις τους ήχους. Η γυναίκα που πέρασε πενήντα χρόνια δοκιμάζοντας τα όρια του σώματος μοιάζει σήμερα να δοκιμάζει ένα διαφορετικό όριο: την ικανότητά μας να παραμένουμε κάπου. Τελικά έμεινα τουλάχιστον δύο ώρες. Ήταν άραγε μια έντιμη συναλλαγή;

Έξω από το κτίριο σχηματίζονται ουρές επισκεπτών, αλλά ποιος νοιάζεται όταν στέκεσαι πλάι στην Ponte dell’Accademia που διασχίζει το Μεγάλο Κανάλι και ο χρόνος αυτομάτως διαστέλλεται; Στεκόμαστε ευλαβικά κάτω από την τεράστια φωτογραφία της που δεσπόζει στο Κανάλι, σαν προσκυνητές, ενώ μπαίνοντας μέσα στον χώρο μας υποδέχονται οι βοηθοί της φορώντας λευκές ιατρικές ρόμπες – ή μήπως είναι οι ρόμπες εργαστηρίου και σε λίγο θα γίνουμε μέρος ενός πειράματος;

Στο ισόγειο, στον χώρο των κρυστάλλων σε μία από τις πύλες όπου στεκόμαστε όση ώρα θέλουμε / φωτογραφίες iefimerida

Στο ισόγειο, στον χώρο των κρυστάλλων σε μία από τις πύλες όπου στεκόμαστε όση ώρα θέλουμε / φωτογραφίες iefimerida

Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να γίνεται είδωλο, λέει το icon της σύγχρονης τέχνης

Ξέρετε, είναι αναπόφευκτο να σκέφτεσαι έτσι όταν μπαίνεις σε μια κολοσσιαία αναδρομική έκθεση της γυναίκας που είναι η ιέρεια της περφόρμανς, ίσως η πιο καθοριστική, ηγετική γυναικεία εν ζωή μορφή της σύγχρονής τέχνης. Η είσοδος γίνεται σταδιακά, σχεδόν τελετουργικά. Στον μακρύ διάδρομο το βιογραφικό της καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του τοίχου και πάνω στις ημερομηνίες και στα γεγονότα περνά η ίδια μέσα από μια προβολή, ντυμένη στα κόκκινα, περπατώντας αργά, με τα μαλλιά της να κινούνται πίσω. Λίγο πιο πέρα διαβάζεις τη φράση «Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να γίνεται είδωλο».

Η ειρωνεία είναι αναπόφευκτη. Η Αμπράμοβιτς είναι πλέον είδωλο, ένα από τα λίγα πρόσωπα της σύγχρονης τέχνης που έχουν περάσει στη μαζική κουλτούρα. Οι εικόνες της έχουν αποκτήσει δική τους ζωή: η Μαρίνα με τον Ουλάι, η Μαρίνα μπροστά στα ματωμένα κόκαλα, η Μαρίνα ακίνητη στο MoMA να κοιτά κατάματα χιλιάδες επισκέπτες. Μια καλλιτέχνις που επέλεξε την περφόρμανς επειδή το έργο υπήρχε μόνο όσο υπήρχε το πραγματικό σώμα και ο πραγματικός χρόνος έχει καταλήξει να αναπαράγεται ασταμάτητα ως εικόνα. Το «Transforming Energy» γνωρίζει αυτή την αντίφαση και στα καλύτερα σημεία του δεν προσπαθεί να την κρύψει.

Περιμένοντας να μπούμε στο μουσείο, ενώ στην πρόσοψη δεσπόζει η εικόνα της Μαρίνα Αμπράμοβιτς που φαίνεται από μακριά καθώς διασχίζεις το Μεγάλο Κανάλι / φωτογραφίες iefimerida

Περιμένοντας να μπούμε στο μουσείο, ενώ στην πρόσοψη δεσπόζει η εικόνα της Μαρίνα Αμπράμοβιτς που φαίνεται από μακριά καθώς διασχίζεις το Μεγάλο Κανάλι / φωτογραφίες iefimerida

Στο ισόγειο, όμως, η διάσημη εικόνα της Αμπράμοβιτς αρχίζει να υποχωρεί. Κάθομαι όρθια ανάμεσα σε κρυστάλλους σαν να είμαι η φωτογραφία μέσα σε μία φωτεινή κορνίζα, ακουμπώ το σαγόνι μου πάνω τους σαν να κάνω άσκηση για τον αυχένα, ξαπλώνω σε ένα πέτρινο κρεβάτι με μια μεγάλη κατασκευή σαν κλαδί αλλά με τεράστια ξανθιά ουρά αλόγου να περνά από πάνω μου. Γύρω άνθρωποι κάνουν το ίδιο, άλλοι όρθιοι, άλλοι καθισμένοι, άλλοι ξαπλωμένοι. Είναι οι τρεις θέσεις του σώματος που χρησιμοποιεί στα «Μεταβατικά Αντικείμενα», με κατασκευές από πέτρα, μέταλλο, χαλαζία, αμέθυστο και άλλα ορυκτά, με τις οποίες δουλεύει εδώ και δεκαετίες πάνω στην ιδέα της μεταφοράς ενέργειας από το υλικό στον άνθρωπο.

Η πολιτική διάσταση του χρόνου

Δεν ξέρω αν αισθάνομαι αυτή την ενέργεια και δεν είμαι βέβαιη ότι έχει σημασία. Νιώθω μια ζεστασιά είναι η αλήθεια, καθησυχαστική. Περισσότερο με ενδιαφέρει αυτό που κάνει το ίδιο το σώμα όταν του αφαιρείς τις συνήθεις διεξόδους του. Πόσο μένεις; Πότε αρχίζεις να αισθάνεσαι αμηχανία; Πότε θέλεις να σηκωθείς; Τι κάνεις με τα χέρια σου όταν δεν κρατούν ένα τηλέφωνο; Μήπως τελικά είμαι εγώ η περφόρμερ;

Γύρω από αυτά τα ερωτήματα έχει στηθεί ένα μεγάλο μέρος της έκθεσης. Τρεις επιφάνειες, κόκκινη, μπλε και κίτρινη, ζητούν από τον επισκέπτη να κοιτάξει την καθεμία όσο περισσότερο αντέξει με αδιάσπαστη προοχή. Σε ένα έργο αφιερωμένο στον Τζον Κέιτζ, μια σειρά μετρονόμων χρειάζεται δεκατέσσερα δευτερόλεπτα για μία κίνηση. Η Αμπράμοβιτς δεν προσφέρει γρήγορη ανταμοιβή. Σε μια εποχή όπου η προσοχή μετριέται, αγοράζεται, πωλείται και τεμαχίζεται σε δευτερόλεπτα, επιμένει ότι τρεις ώρες ενός ανθρώπου μπορούν ακόμη να ανήκουν στον ίδιο. Η πολιτική διάσταση αυτής της απαίτησης δεν χρειάζεται να ανακοινωθεί για να γίνει αισθητή.

Φορώντας ακουστικά για να απομονωθεί κάθε ίχνος θορύβου / φωτογραφίες iefimerida

Φορώντας ακουστικά για να απομονωθεί κάθε ίχνος θορύβου / φωτογραφίες iefimerida

Καθώς προχωρώ, όμως, η ησυχία των κρυστάλλων διακόπτεται διαρκώς από την άλλη Αμπράμοβιτς, εκείνη που επί δεκαετίες δεν αναζητούσε την ακινησία ως διαλογισμό αλλά ως δοκιμασία. Στο «Ρυθμός 0» του 1974 στη Νάπολη παρέδωσε για έξι ώρες το σώμα της στο κοινό μαζί με 72 αντικείμενα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επάνω της όπως ήθελαν: ένα φτερό, ένα τριαντάφυλλο, ψαλίδι, λεπίδες, ένα γεμάτο πιστόλι.

Πολύ γρήγορα η performance αποκάλυψε πόσο εύκολα η άδεια μετατρέπεται σε εξουσία και η εξουσία σε βία. Την έγδυσαν, την τραυμάτισαν, κάποιος έστρεψε το όπλο επάνω της, ενώ άλλοι θεατές προσπάθησαν να την προστατεύσουν. Το σώμα μιας γυναίκας βρισκόταν στη μέση και γύρω του μια μικρή κοινωνία είχε αρχίσει να αποφασίζει τι επιτρέπεται να του κάνει.

Τα έργα έρχονται κατά κύματα

Τρία χρόνια αργότερα, στο «Αστάθμητα», η Αμπράμοβιτς και ο Ουλάι στάθηκαν γυμνοί αντικριστά στη στενή είσοδο της Πινακοθήκης Μοντέρνας Τέχνης της Μπολόνια. Για να περάσει κανείς έπρεπε να στριμωχτεί ανάμεσα στα δύο σώματα και να αποφασίσει προς ποιο από αυτά θα στραφεί. Μια ασήμαντη φαινομενικά επιλογή αποκάλυπτε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αμηχανίες, επιθυμίες, αντιλήψεις για το φύλο και την οικειότητα που συνήθως μένουν καλά κρυμμένες.

Η έκθεση στη Gallerie dell’Accademia δεν ακολουθεί μια καθαρή χρονολογική αφήγηση και ευτυχώς. Τα έργα έρχονται κατά κύματα και μαζί τους διαφορετικές ηλικίες της ίδιας γυναίκας. Ο Ουλάϊ επανέρχεται, η Γιουγκοσλαβία εισβάλλει, η Κίνα αλλάζει την κατεύθυνση της δουλειάς της, τα κόκαλα αντικαθίστανται από κρυστάλλους και ύστερα τα κόκαλα επιστρέφουν.

«Βαλκανικό Μπαρόκ», 1997. Το εμβληματικό έργο με το οποίο κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε της Βενετίας, όπως παρουσιάζεται στην έκθεση «Transforming Energy» στην Accademia / φωτογραφίες iefimerida

«Βαλκανικό Μπαρόκ», 1997. Το εμβληματικό έργο με το οποίο κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε της Βενετίας, όπως παρουσιάζεται στην έκθεση «Transforming Energy» στην Accademia / φωτογραφίες iefimerida

Στο «Οι Εραστές: Ο Μεγάλος Περίπατος στο Τείχος» το 1988 η Αμπράμοβιτς και ο Ουλάι ξεκίνησαν από αντίθετες άκρες του Σινικού Τείχους, περπάτησαν περίπου τρεις μήνες και συναντήθηκαν στη μέση για να αποχαιρετιστούν. Η σχέση τους τελείωσε, αλλά εκείνη η παραμονή στην Κίνα άνοιξε για την Αμπράμοβιτς μια νέα περιοχή: την παραδοσιακή κινεζική ιατρική, τα ορυκτά, τους κρυστάλλους, την ιδέα ότι το σώμα μπορεί να επικοινωνήσει με τη γη. Τα «Μεταβατικά Αντικείμενα» του ισογείου στην έκθεση, γεννήθηκαν από αυτή την εμπειρία. Έτσι ο Ulay, χωρίς να βρίσκεται πια εκεί, υπάρχει ακόμη και μέσα στο πέτρινο κρεβάτι όπου ξάπλωσα.

Το 1997 η Βενετία θα τη συναντούσε σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Για το «Βαλκανικό Μπαρόκ» κάθισε επί ημέρες σε ένα σκοτεινό υπόγειο της Μπιενάλε πάνω σε 1.500 ματωμένα οστά ζώων και τα καθάριζε επί ώρες. Η Γιουγκοσλαβία είχε διαλυθεί μέσα στον πόλεμο και η Μαρίνα επέμενε σε μια πράξη εκ προοιμίου μάταιη: το αίμα δεν καθαρίζει από την Ιστορία επειδή κάποιος τρίβει αρκετά δυνατά. Κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα και τα κόκαλα εκείνης της performance επιστρέφουν τώρα στην Accademia, κουβαλώντας μαζί τους μια Βενετία πολύ διαφορετική από αυτή των κρυστάλλων και της εσωτερικής ενέργειας.

Η Πιετά του Τισιανού και αυτή της Αμπράμοβιτς με τον Ουλάι

Η «Πιετά (με τον Ulay)» (1983) μέσα στις αίθουσες της Accademia, σε διάλογο με τη βενετσιάνικη Αναγέννηση

Η «Πιετά (με τον Ulay)» (1983) μέσα στις αίθουσες της Accademia, σε διάλογο με τη βενετσιάνικη Αναγέννηση

Ανεβαίνοντας στις μόνιμες συλλογές της Ακαδημίας, αντιλαμβάνεσαι γιατί η έκθεση έπρεπε να γίνει ειδικά εδώ. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Accademia μια έκθεση σύγχρονου καλλιτέχνη απλώνεται ταυτόχρονα στους προσωρινούς χώρους και ανάμεσα στα έργα της συλλογής. Η Αμπράμοβιτς μπαίνει στον κόσμο του Τισιανού, του Τιντορέτο, του Τζορτζόνε, του Μπελίνι και του Βερονέζε, σε αιώνες κατά τους οποίους το ανθρώπινο σώμα υπήρξε το πεδίο όπου ζωγραφίστηκαν η πίστη, η εξουσία, η επιθυμία, το μαρτύριο και ο θάνατος.

Η πιο ισχυρή συνάντηση γίνεται μπροστά στην τελευταία «Πιετά» του Τισιανού, που έμεινε ημιτελής όταν πέθανε το 1576 και ολοκληρώθηκε από τον Πάλμα τον Νεότερο. Απέναντί της η «Πιετά (με τον Ουλάι)» του 1983. Η Αμπράμοβιτς κρατά το άτονο σώμα του συντρόφου της και η απόσταση τεσσάρων αιώνων συμπτύσσεται σε κάτι απολύτως φυσικό: το βάρος ενός σώματος που παραδίδεται στα χέρια ενός άλλου.

Εδώ ο διάλογος με την Αναγέννηση εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να χρειάζεται η παραμικρή θεωρητική υποστήριξη. Οι μεγάλοι Βενετσιάνοι ζωγράφισαν το σώμα ως τόπο πόνου, έκστασης, πίστης, ερωτισμού και λύτρωσης. Η Αμπράμοβιτς πέρασε πενήντα χρόνια μπαίνοντας η ίδια μέσα σε αυτές τις καταστάσεις. Και υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό στο γεγονός ότι μια γυναίκα που χρησιμοποίησε το δικό της σώμα ως καλλιτεχνικό υλικό μπαίνει σήμερα σε ένα μουσείο του οποίου οι αίθουσες είναι γεμάτες γυναικεία σώματα που επί αιώνες κοιτάζονταν, ζωγραφίζονταν και ερμηνεύονταν κυρίως από άνδρες.

H προβολή με το χρονολόγιο της Αμπράμοβιτς και την

H προβολή με το χρονολόγιο της Αμπράμοβιτς και την “ίδια” να περπατά κατά μήκος του τοίχου στην είσοδο του μουσείου

Η Μαρίνα δεν κουράζεται, δεν πονά, κυρίως δεν γερνά

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ρηξικέλευθη δημιουργός βρίσκεται έξω από το σύστημα που κάποτε αμφισβήτησε. Το αντίθετο. Είναι πλέον ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ισχυρούς θεσμικούς καλλιτέχνες στον κόσμο. Και η έκθεση έχει την ευφυΐα να αφήνει αυτή την αντίφαση ορατή, ακόμη και όταν εμφανίζει ένα ψηφιακό ομοίωμά της για να καθοδηγεί τους επισκέπτες στη χρήση των έργων.

Η ψηφιακή Αμπάμοβιτς είναι μια παράξενη παρουσία μετά από όσα έχουν προηγηθεί. Ένα σώμα που δεν κουράζεται, δεν γερνά, δεν πονά και μπορεί να επαναλαμβάνει για πάντα τις ίδιες κινήσεις. Για την καλλιτέχνιδα που το 2010 έμεινε περισσότερες από 700 ώρες καθισμένη στο MoMA για το «Η καλλιτέχνις είναι παρούσα», προσφέροντας στον άνθρωπο απέναντί της κάτι που καμία καταγραφή δεν μπορούσε να αναπαράγει, τη φυσική παρουσία και τον χρόνο της, το ψηφιακό είδωλο ανοίγει ένα ερώτημα που αφορά πλέον την ίδια την κληρονομιά της. Τι απομένει από την performance όταν το σώμα μπορεί να αντικατασταθεί από την εικόνα του;

Η συνέντευξη Τύπου γίνεται αφού έχουμε ολοκληρώσει την περιήγηση. Και ευτυχώς η σειρά είναι αυτή. Έχουμε ήδη δει τα έργα, έχουμε χρησιμοποιήσει τα «Μεταβατικά Αντικείμενα», έχουμε περάσει από τα κόκαλα στον Τισιανό όταν η κάθεται απέναντί μας και αρχίζει να μιλά.

Μια τεράστια ξανθιά ουρά αλόγου περνάει πάνω από το σώμα / φωτογραφίες iefimerida

Μια τεράστια ξανθιά ουρά αλόγου περνάει πάνω από το σώμα / φωτογραφίες iefimerida

Το εγώ είναι εμπόδιο στη δημιουργία

Τώρα όσα λέει προσγειώνονται πάνω σε εικόνες που υπάρχουν ήδη μέσα μας. Μιλά για το Σινικό Τείχος ως ένα τέλος που έγινε αρχή, για την Κίνα που την οδήγησε στους κρυστάλλους και στην ενέργεια, για την ανάγκη το κοινό να πάψει να είναι «σιωπηλός μάρτυρας» και να γίνει πραγματικός συμμέτοχος. Μιλώντας για την «Πιετά» παραδέχεται ότι «το να βρίσκεσαι δίπλα σε αυτό το σπουδαίο έργο δεν είναι εύκολο» και λέει ότι ελπίζει να μη θεωρηθεί αλαζονική η παρουσία της δίπλα στον Τισιανό: «Πάντα πιστεύω ότι το εγώ είναι εμπόδιο στη δημιουργία».

Λίγο αργότερα εμφανίζεται η άλλη πλευρά της, με το χιούμορ και την προκλητικότητα που μπορούν να ανατρέψουν μέσα σε δευτερόλεπτα τη σοβαρότητα του τελετουργικού. Είναι η πρώτη εν ζωή γυναίκα καλλιτέχνις στην οποία η Accademia αφιερώνει μεγάλη ατομική έκθεση. «Νιώθω σαν μπουλντόζα, σαν κάποια κομμουνίστρια πολεμίστρια που λέει: εντάξει, θέλω αυτόν τον χώρο!», λέει γελώντας. Και συνεχίζει: «Είναι σημαντικό να καθαρίσουμε αυτή την τεστοστερόνη και να αφήσουμε να μπει λίγο γυναικείο πνεύμα».

Η φράση είναι αστεία, αλλά δεν είναι αθώα. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2026 για να γίνει μια εν ζωή γυναίκα το κεντρικό πρόσωπο μιας τέτοιας έκθεσης στην Accademia. Η ίδια θυμάται ότι όταν δούλευε με τον Ουλάι πολλοί έβλεπαν πρώτα το ζευγάρι και, μετά τον χωρισμό, υπήρξαν άνθρωποι που περίμεναν ότι εκείνη θα εξαφανιστεί. «Υπήρχε η αντίληψη ότι ο άνδρας καλλιτέχνης κουβαλούσε την αυθεντία και τη σοβαρότητα. Έπρεπε να ξαναχτίσω τη δική μου γλώσσα δημόσια».

Με δάκρυα στα μάτια στον σταθμό του τρένου της Βενετίας

Ήταν δεκατεσσάρων ετών όταν ταξίδεψε με τρένο από το Βελιγράδι για να δει την Μπιενάλε. Μόλις βγήκε από τον σταθμό και αντίκρισε την πόλη, άρχισε να κλαίει. «Ήταν εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε γνώριζα. Η ίδια η πόλη έμοιαζε με όραμα, κάτι αδύνατο». Εκεί, λέει, κατάλαβε ότι η τέχνη μπορούσε να είναι μεγαλύτερη από ένα αντικείμενο, μπορούσε να είναι «ατμόσφαιρα, τελετουργία και χρόνος».

Εξήντα έξι χρόνια αργότερα επιστρέφει στην πόλη που την έκανε να κλάψει, στα 80 της πλέον, έχοντας διανύσει την απόσταση από την άγνωστη νεαρή performer των αρχών της δεκαετίας του ’70 μέχρι μια καλλιτέχνιδα τόσο διάσημη ώστε να χρειάζεται να αναρτήσει στην ίδια της την έκθεση την προειδοποίηση ότι «ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να γίνεται είδωλο».

Σε μια εποχή που τόσοι άλλοι διεκδικούν κάθε δευτερόλεπτο της προσοχής μας, ίσως το να αποφασίζεις εσύ πού θα δώσεις τον χρόνο σου να είναι ήδη μια μικρή πράξη ελευθερίας, σκέφτομαι βγαίνοντας από το μουσείο ξανά στην βοή και την αλλόκοτη σαγήνη της Βενετίας.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο