Ένας θεσμός που συνδέθηκε επί δεκαετίες με τη διοικητική εκπροσώπηση των νησιών περνά πλέον οριστικά στην Ιστορία. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης καταργεί τις θέσεις των επάρχων, επιφέροντας μία σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται και εκπροσωπούνται οι νησιωτικές Περιφερειακές Ενότητες, με την απόφαση να αφορά συνολικά 13 επάρχους. Οι δέκα από αυτούς βρίσκονται στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, δύο στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου και ένας στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. Πρόκειται, επομένως, για μια μεταβολή που αγγίζει πρωτίστως τις πολυνησιακές Περιφέρειες, όπου η μεγάλη γεωγραφική διασπορά, οι αποστάσεις και οι δυσκολίες μετακίνησης διαμορφώνουν διαφορετικές διοικητικές ανάγκες σε σύγκριση με την ηπειρωτική χώρα.
Η κατάργηση εντάσσεται στην ευρύτερη αναδιάρθρωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που επιχειρείται μέσω του νέου Κώδικα και σύμφωνα με ιθύνοντες του Υπουργείου Εσωτερικών ο σχεδιασμός αποσκοπεί στην απλοποίηση του διοικητικού συστήματος και στον επανακαθορισμό των θέσεων ευθύνης στις Περιφέρειες και στους δήμους. Στα νησιά, ωστόσο, η αλλαγή προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς ο έπαρχος αποτελούσε τον τοπικό πολιτικό εκπρόσωπο της Περιφέρειας και είχε άμεση επαφή με τις υπηρεσίες, τους δήμους και τους κατοίκους κάθε περιοχής.
Σε μεγάλα τμήματα της νησιωτικής χώρας η μετάβαση από ένα νησί στο άλλο μπορεί να απαιτεί πολύωρη ακτοπλοϊκή ή αεροπορική μετακίνηση. Την ίδια στιγμή, κάθε νησί αντιμετωπίζει διαφορετικά προβλήματα, από τις υποδομές και τις μεταφορές έως την υδροδότηση, την πολιτική προστασία και την εξυπηρέτηση των πολιτών. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο οι έπαρχοι λειτουργούσαν ως ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στην περιφερειακή διοίκηση και τις επιμέρους νησιωτικές ενότητες. Η φυσική παρουσία τους στον τόπο διευκόλυνε τον συντονισμό των υπηρεσιών και τη μεταφορά των τοπικών αιτημάτων προς την Περιφέρεια. Το μεγαλύτερο ζήτημα με την νέα πραγματικότητα φαίνεται να αντιμετωπίζει η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, η οποία περιλαμβάνει δεκάδες κατοικημένα νησιά στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα. Η αποτελεσματική διοίκηση μιας τόσο εκτεταμένης και κατακερματισμένης γεωγραφικά περιοχής προϋποθέτει κατανομή αρμοδιοτήτων και στελέχη με σαφή ευθύνη για κάθε Περιφερειακή Ενότητα.
Οι δέκα έπαρχοι του Νοτίου Αιγαίου αντέδρασαν συντονισμένα στην προωθούμενη αλλαγή, καταθέτοντας πριν από λίγο καιρό κοινό υπόμνημα, το οποίο αναγνώστηκε σε συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου. Σε αυτό εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην κατάργηση του θεσμού, επισημαίνοντας ότι δεν συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα καλυφθεί το διοικητικό κενό. Η θέση που διατυπώθηκε ήταν ότι ο θεσμός θα έπρεπε να αναβαθμιστεί και να αποκτήσει σαφέστερες αρμοδιότητες, αντί να καταργηθεί. Το βασικό επιχείρημα επικεντρώνεται στις ιδιαιτερότητες της νησιωτικότητας και στην ανάγκη να υπάρχει πρόσωπο με άμεση ευθύνη για τον συντονισμό των περιφερειακών υπηρεσιών σε κάθε νησί ή ομάδα νησιών.
Στο επίκεντρο του προβληματισμού βρίσκεται και η χρονική εφαρμογή της αλλαγής, καθώς αυτή επηρεάζει την τρέχουσα αυτοδιοικητική περίοδο. Η μεταβολή του διοικητικού σχήματος πριν από την ολοκλήρωση της θητείας δημιουργεί, όπως σημειώνουν, πρακτικά ζητήματα ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων, την εποπτεία των αποκεντρωμένων υπηρεσιών και την αντιμισθία όσων είχαν τοποθετηθεί στις συγκεκριμένες θέσεις. Μετά τις αντιδράσεις θεσπίστηκαν συμπληρωματικές διατάξεις, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στους μέχρι σήμερα επάρχους να συνεχίσουν κατά την τρέχουσα αυτοδιοικητική περίοδο ως συντονιστές των Περιφερειακών Ενοτήτων. Η μεταβατική αυτή λύση διατηρεί για τα επόμενα περίπου δύο χρόνια σε λειτουργία το υπάρχον διοικητικό δίκτυο, χωρίς όμως να ανατρέπει την κατάργηση του θεσμού με τη μορφή που είχε έως σήμερα.