Αλίκη Διπλαράκου: Μπήκε μεταμφιεσμένη στο Άγιο Όρος και «έχασε την υγεία της» – Η επιστολή μετάνοιας από το Νταβός
Η Αλίκη Διπλαράκου, η πρώτη Ελληνίδα Μις Ευρώπη, είχε μόλις κατακτήσει τον ευρωπαϊκό τίτλο όταν αποφάσισε, τον Μάιο του 1930, να κάνει κάτι που γνώριζε ότι απαγορευόταν: να περάσει στο Άγιο Όρος. Δεν το έκανε από κάποιο ασφαλές σημείο της ακτής, αλλά μεταμφιεσμένη σε άνδρα, έχοντας φτάσει με τη θαλαμηγό του μνηστήρα της στη Μονή Βατοπαιδίου.
Η ίδια περιέγραψε αργότερα την ιστορία σε επιστολή που έστειλε από το Νταβός της Ελβετίας προς την Ιερά Κοινότητα. Εκεί δεν έκρυψε ούτε τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να περάσει το άβατο του Αγίου Όρους, ούτε την κατάσταση της υγείας της, την οποία η ίδια συνέδεσε με την πράξη της.
Η είσοδος στη Μονή Βατοπαιδίου με ναυτική στολή
Η Διπλαράκου βρισκόταν στη θαλαμηγό του Γάλλου μνηστήρα της, Μωράν, όταν το πλοίο αγκυροβόλησε κοντά στη Μονή Βατοπαιδίου. Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, στην περιοχή βρίσκονταν εκείνη την περίοδο και τα πολεμικά πλοία «Λήμνος» και «Κιλκίς».

Η παρουσία των πλοίων φαίνεται πως της έδωσε την ιδέα. Η ίδια γνώριζε ότι η είσοδος γυναικών στην αθωνική πολιτεία απαγορευόταν, ωστόσο αποφάσισε να επιχειρήσει την είσοδο.
Δανείστηκε μια ναυτική στολή, μεταμφιέστηκε σε ναύτη και μπήκε στη Μονή μαζί με τον μνηστήρα της. Όπως έγραψε η ίδια, περιηγήθηκε σε εκκλησίες και άλλους χώρους χωρίς να γίνει αντιληπτή η πραγματική της ταυτότητα.
Η πράξη αυτή δεν έμεινε απλώς ως μια προσωπική περιπέτεια. Η ιστορία της Διπλαράκου έγινε γνωστή και καταγράφηκε σε μεταγενέστερες αναφορές για τις γυναίκες που παραβίασαν το άβατο του Αγίου Όρους.
«Έκτοτε, Πατέρες μου, έχασα την υγείαν μου»
Λίγους μήνες αργότερα, η Αλίκη Διπλαράκου βρισκόταν στο Νταβός της Ελβετίας, σε σανατόριο, αντιμετωπίζοντας σοβαρό πρόβλημα υγείας. Από εκεί έστειλε επιστολή προς τους Αγιορείτες, στην οποία παραδεχόταν ότι είχε παραβιάσει το άβατο και ζητούσε συγχώρεση.
Στην επιστολή της ανέφερε:
«Σεβάσμιοι Πατέρες, σας εξομολογούμαι ολοψύχως το σφάλμα που διέπραξα τον περασμένον Μάϊον εις την Μονήν Βατοπαιδίου.
Έφθασα εκεί δια πλοίου του μνηστήρος μου κ. Μωράν, και συνέπεσε να είναι αγκυροβολημένα εκεί και τα θωρηκτά Λήμνος και Κιλκίς, οπότε ο πονηρός μοι ενέβαλε την σκέψην να ανέλθω εις την Μονήν καίτοι εγνώριζα, ότι απαγορεύετο.
Και δανεισθείσα ναυτικήν στολήν εισήλθον μετά του μνηστήρος μου και περιήλθον εκκλησίας και άλλα μέρη ως ναύτης, χωρίς να με γνωρίσει κανείς…»
Στη συνέχεια η Διπλαράκου αναφερόταν στην κατάσταση που αντιμετώπιζε στην Ελβετία:
«Έκτοτε Πατέρες μου έχασα την υγείαν μου και κατήντησα εδώ εις τα σανατόρια της Ελβετίας δια την σωτηρίαν μου, και δυστυχώς δεν βλέπω βελτίωσιν».
Το συγκεκριμένο σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ιστορία, επειδή δείχνει τι πίστευε η ίδια για την περιπέτεια της υγείας της. Η Διπλαράκου δεν έγραφε απλώς ότι ήταν άρρωστη. Απέδιδε η ίδια την ασθένειά της σε τιμωρία της Παναγίας για την παραβίαση του άβατου.
Στην ίδια επιστολή συνέχιζε:
«Εγνώρισα όμως και το πιστεύω ακράδαντα ότι είναι τιμωρία εκ μέρους της Παναγίας προς την οποίαν ησέβησα, δεν έπρεπε εγώ μορφωμένη κοπέλα να κάμω αυτό που έκαμα, και μετανοώ τώρα παρακαλώντας την Παναγία μου να με συγχωρέσει. Παρακαλέσατε και σεις άγιοι Πατέρες».
Μαζί με την επιστολή φέρεται να απέστειλε και 5.000 δραχμές, ζητώντας να πραγματοποιηθούν λειτουργίες και παρακλήσεις για την υγεία της.
Η επιστολή που έμεινε στην αγιορείτικη παράδοση
Η αφήγηση της επιστολής αποδίδεται στον αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Διονυσιάτη, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόσωπος της Μονής Διονυσίου στην Ιερά Κοινότητα στις Καρυές. Η σχετική μαρτυρία δημοσιεύτηκε πολλές δεκαετίες αργότερα στο έργο «Το Άβατον του Αγίου Όρους», στο περιοδικό «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία», τεύχος 38-39, το 1990.
Η συνέχεια που καταγράφεται στις σχετικές αφηγήσεις θέλει την Αλίκη Διπλαράκου να ανακτά τελικά την υγεία της. Η ίδια, πάντως, όταν έγραψε από το Νταβός, δεν γνώριζε ακόμη ποια θα ήταν η εξέλιξη. Εκείνη τη στιγμή δήλωνε πως δεν έβλεπε βελτίωση και ζητούσε από τους Αγιορείτες να προσευχηθούν για την ίασή της.
Σύμφωνα με μεταγενέστερη καταγραφή της ιστορίας, οι προσευχές ακολούθησαν και η Διπλαράκου ξεπέρασε τελικά την περιπέτεια της υγείας της. Δεν υπάρχει, ωστόσο, διαθέσιμο ιατρικό στοιχείο που να επιτρέπει να αποδοθεί η ανάρρωσή της σε συγκεκριμένη αιτία. Αυτό που είναι καταγεγραμμένο είναι η δική της πεποίθηση ότι η ασθένεια αποτελούσε τιμωρία για την είσοδό της στο Άγιο Όρος και η προσπάθειά της να ζητήσει συγχώρεση.
Η Αλίκη Διπλαράκου έζησε για πολλές ακόμη δεκαετίες μετά το περιστατικό. Πέθανε το 2002, σε ηλικία 90 ετών, έχοντας αφήσει πίσω της μια ζωή που είχε ξεκινήσει με τον τίτλο της Μις Ευρώπη και περιλάμβανε ταξίδια, δημόσιες εμφανίσεις, δύο γάμους και μια σειρά από επεισόδια που απασχόλησαν τον Τύπο της εποχής.
Όμως η ιστορία με το Άγιο Όρος παρέμεινε ένα από τα πιο ασυνήθιστα κεφάλαια της ζωής της. Το 1930 είχε μπει στη Μονή Βατοπαιδίου φορώντας ναυτική στολή, γνωρίζοντας ότι η παρουσία γυναίκας στην αθωνική πολιτεία απαγορευόταν. Μήνες αργότερα, από ένα σανατόριο στο Νταβός, έγραφε στους Αγιορείτες ότι είχε «χάσει την υγείαν» της, αναγνώριζε την πράξη ως σφάλμα και ζητούσε προσευχές.
Η επιστολή εκείνη είναι το στοιχείο που δίνει στην ιστορία τη δική της ιδιαίτερη συνέχεια: δεν καταγράφει απλώς την παράνομη είσοδό της στο Άγιο Όρος, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια ερμήνευσε όσα ακολούθησαν.