Οι megafires, τα ορυκτά καύσιμα, η κλιματική αλλαγή και η λύση που περνά μέσα από τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά
Η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε το πρωί της περασμένης Παρασκευής στη Βοιωτία και πέρασε επεκτάθηκε μέσα σε λίγες ώρες στο Πόρτο Γερμενό εξακολουθεί να δοκιμάζει τους κατοίκους της περιοχής και τις πυροσβεστικές δυνάμεις. Βάσει της ανάλυσης των δορυφορικών δεδομένων του ευρωπαϊκού μηχανισμού Copernicus EMS, μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής είχαν καεί στην Αττικοβοιωτία περίπου 111.000 στρέμματα. Σε ανάρτησή του στο Facebook ο πυρομετεωρολόγος Θοδωρής Γιάνναρος εκτίμησε ότι είναι «πάρα πολύ πιθανό, αν όχι σχεδόν βέβαιο» πως η συγκεκριμένη πυρκαγιά «θα κατηγοριοποιηθεί ως μέγα-πυρκαγιά (megafire)», έναν όρο που ακούμε δυστυχώς όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια.
Πρόκειται για φωτιές που συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητες κατάσβεσης μέχρι να αλλάξουν οι καιρικές συνθήκες και χρησιμοποιείται για φωτιές που ξεπερνούν σε έκταση τα 100.000 στρέμματα, αν και το μέγεθος από μόνο του δεν αποτελεί κριτήριο. Βασικά χαρακτηριστικά των megafires είναι επίσης η μεγάλη ταχύτητα εξάπλωσης, η ακραία ένταση, οι συνεχείς αναζωπυρώσεις και η ιδιαίτερα μεγάλη δυσκολία άμεσου ελέγχου τους. Σε ακραίες περιπτώσεις δημιουργούν μικροκλίμα με ισχυρά ανοδικά ρεύματα φωτιάς, μεταφέροντας καύτρες σε μεγάλες αποστάσεις, φέρνοντας τους πυροσβέστες σε απελπισία.
Βέβαια η κλιματική αλλαγή δεν προκαλεί από μόνη της τις φωτιές. Μια πυρκαγιά χρειάζεται ανάφλεξη και η έκβασή της επηρεάζεται από τη βλάστηση, τη διαχείριση των δασών, τη δόμηση και την ετοιμότητα του κράτους. Δημιουργεί όμως ένα ολοένα και πιο επικίνδυνο υπόβαθρο μιας και αυξάνεται η θερμοκρασία, στεγνώνει από τη ζέστη το έδαφος, πολλαπλασιάζεται η καύσιμη ύλη και πολλαπλασιάζει τις ημέρες με επικίνδυνο συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας, ξηρασίας και ανέμου, όπως αυτές που διανύουμε από τις αρχές του μήνα.
Πρόκειται προφανώς για ένα διεθνές και όχι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Το 2023, η ανθρωπογενής υπερθέρμανση έκανε τις πυρομετεωρολογικές συνθήκες στον ανατολικό Καναδά τουλάχιστον δύο φορές πιθανότερες σύμφωνα με τους ερευνητές που μελέτησαν το φαινόμενο, ενώ για τις φωτιές του φετινού Ιουλίου, η επιστημονική ομάδα World Weather Attribution υπολόγισε ότι αντίστοιχες συνθήκες έγιναν τουλάχιστον 20 φορές πιθανότερες στην κεντρική Ισπανία και δύο φορές στη νοτιοδυτική Γαλλία, με τα γνωστά θλιβερά αποτελέσματα που είδαμε στις εικόνες που ερχόντουσαν από τις συγκεκριμένες χώρες. Ακόμη λοιπόν και κράτη με περισσότερους πόρους και ισχυρότερους μηχανισμούς δεν μένουν αλώβητα σε τέτοιες καταστάσεις.
Η επιστημονική εξήγηση είναι σαφής. Βασική αιτία της σημερινής παγκόσμιας υπερθέρμανσης είναι η συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, κυρίως εξαιτίας της καύσης άνθρακα και πετρελαίου. Η παραγωγή και η χρήση ενέργειας, που εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα ορυκτά καύσιμα (στην ηλεκτροπαραγωγή, στη θέρμανση, στις μεταφορές και στη βιομηχανία) ευθύνονται για περισσότερο από τα τρία τέταρτα των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Γι’ αυτό και η μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα με βασικούς πυλώνες την αιολική και την ηλιακή ενέργεια βρίσκεται στον πυρήνα της αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά παράγουν ηλεκτρισμό, χωρίς να καίνε κάποιο καύσιμο και με σχεδόν μηδενικές άμεσες εκπομπές κατά τη λειτουργία τους. Πρόκειται με άλλα λόγια για «καθαρές» μορφές ενέργειας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Όσο αυξάνεται η παραγωγή ηλεκτρισμού από τον άνεμο και τον ήλιο, τόσο περιορίζεται η ανάγκη καύσης ορυκτών καυσίμων και μειώνονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με πλούσιο αιολικό και ηλιακό δυναμικό, η αξιοποίηση αυτών των εγχώριων και ανεξάντλητων πηγών ενισχύει την ενεργειακή αυτονομία, μειώνει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και περιορίζει την έκθεση στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών τους με χαρακτηριστικότερες αυτές του πετρελαίου.
Οι Ανανεώσιμες Πηγές ενέργειας μπορούν κατά συνέπεια να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά ενός καθαρότερου, ασφαλέστερου και ανθεκτικότερου ενεργειακού συστήματος. Η ταχύτερη ανάπτυξή τους συνιστά επένδυση στην ενεργειακή αυτονομία, στην οικονομική σταθερότητα και, κυρίως, στην κλιματική ασφάλεια. Όσο οι megafires θα γίνονται ολοένα και συχνότερες, τόσο επιτακτικότερη θα γίνεται η ανάγκη προστασίας του πλανήτη μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας από τον άνεμο και τον ήλιο.