Χρήστος Καλογρίτσας: Η άδεια των 52,6 εκατ. ευρώ, τα «βοσκοτόπια» στην Ιθάκη και το ναυάγιο του διαγωνισμού Παππά για τις τηλεοπτικές άδειες
Το πρωινό της Τρίτης 27 Ιανουαρίου 2015, ο Νίκος Παππάς, ο 38χρονος τότε υπουργός Επικρατείας της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, μεταβαίνει στη Βουλή κρατώντας δύο χαρτιά στο χέρι και είναι έτοιμος να ανακοινώσει μπροστά στις κάμερες τη σύνθεση του νέου Υπουργικού Συμβουλίου που προέκυψε μετά τις εθνικές εκλογές που είχαν διεξαχθεί δύο ημέρες νωρίτερα. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί διακόπτουν το πρόγραμμά τους και εκείνος αρχίζει να διαβάζει τα 39 ονόματα της νέας κυβέρνησης. Έξι χιλιόμετρα πιο μακριά, ένας σχετικά βραχύσωμος αλλά γεροδεμένος επιχειρηματίας ηλικίας 68 ετών κάθεται στο ευρύχωρο γραφείο της κατασκευαστικής εταιρείας που διατηρεί στη Νέα Σμύρνη και παρακολουθεί πίσω από τα γυαλιά του τις ανακοινώσεις από την τηλεόραση:
«Υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Παναγιώτης Λαφαζάνης. Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς. Αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών, Νάντια Βαλαβάνη. Αναπληρωτής υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Χρήστος Σπίρτζης….». Μειδιά. Όλοι είναι γνωστοί του από τα νεανικά χρόνια και την κοινή πορεία στο ΚΚΕ. Με κάποιους μάλιστα είχε συναντηθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, σε διάφορα καφέ της πρωτεύουσας. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία θα έβρισκε τον εργολάβο Χρήστο Καλογρίτσα σε μια περίοδο κατά την οποία η κατασκευαστική του δραστηριότητα, η σχέση με δημόσια έργα, οι τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και οι πολιτικές επαφές θα έμπαιναν στο μικροσκόπιο. Το πιο φιλόδοξο βήμα του ωστόσο, θα το επιχειρούσε την αμέσως επόμενη χρονιά, το 2016. Το πέρασμα, από τα εργοτάξια και τις εφημερίδες, στον χώρο της τηλεόρασης και της απόκτησης δικού του καναλιού. Πριν περάσουμε στην ανάλυση των γεγονότων εκείνων των ημερών για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι και επειδή όπως έχουμε τονίσει η ζωή κάνει κύκλους, η Ελλάδα ούτε μπορεί, ούτε αντέχει να βιώσει ξανά τέτοιες καταστάσεις.

Ο διαγωνισμός που «θα έβαζε τάξη»
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ υποστήριζε ότι το τηλεοπτικό τοπίο έπρεπε να ρυθμιστεί από την αρχή. Για δεκαετίες, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούσαν μέσα σε ένα καθεστώς παρατάσεων αδειών, προσωρινότητας και πολιτικής ανοχής. Το επιχείρημα του τότε υπουργού Επικρατείας Νίκου Παππά ήταν ότι οι τηλεοπτικές συχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό και ότι το Δημόσιο όφειλε να εισπράξει τίμημα από όσους ήθελαν να εκπέμπουν πανελλαδικά.
Η κυβέρνηση παρουσίαζε τον επερχόμενο διαγωνισμό που ετοίμαζε, ως μια θεσμική τομή. Έλεγε ότι θα έμπαινε τέλος στην «ανομία» των καναλιών και ότι, για πρώτη φορά, οι άδειες θα δίνονταν με καθαρούς όρους και υψηλό τίμημα, προκειμένου να μην κερδίζουν χρήματα μονάχα οι ιδιώτες, αλλά και το κράτος. Η αντιπολίτευση ωστόσο, έβλεπε πίσω απ’ αυτή την πρωτοβουλία μια προσπάθεια αναδιάταξης της τηλεοπτικής αγοράς με πολιτικά κριτήρια. Με πιο απλά λόγια: η κυβέρνηση έλεγε ότι επιχειρεί να βάλει τάξη· οι αντίπαλοί της κατήγγειλαν ότι επιχειρεί να ελέγξει ποιοι θα έχουν φωνή στους τηλεοπτικούς διαύλους.
Σύμφωνα με τον νόμο 4339/2015 (γνωστό και ως «νόμο Παππά»), θα δημοπρατούνταν μόλις τέσσερις τηλεοπτικές άδειες πανελλαδικής εμβέλειας. Η διαδικασία δεν θα οργανωνόταν από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το συνταγματικά αρμόδιο όργανο για τη ραδιοτηλεόραση, αλλά από την κυβέρνηση, μέσω της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας. Αυτό θα αποδεικνυόταν αργότερα και το μεγάλο αδύναμο σημείο του διαγωνισμού.

Οι «κλειδωμένοι» υποψήφιοι καναλάρχες
Ο διαγωνισμός έγινε στα τέλη Αυγούστου του 2016 και ολοκληρώθηκε τα ξημερώματα της 2ας Σεπτεμβρίου, έπειτα από μια πρωτοφανή διαδικασία που κράτησε περίπου 66 ώρες. Οι 8 υποψήφιοι επιχειρηματίες και οι εκπρόσωποί τους, παρέμειναν όλες αυτές τις ώρες κλεισμένοι στο κτίριο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, καθώς τους είχαν αφαιρεθεί κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Οι εκπρόσωποι των υποψηφίων καναλαρχών επιτρεπόταν να βγουν από τους χώρους όπου είχαν τοποθετηθεί μόνο με συνοδεία, ενώ, εκτός από το κομπιούτερ με το ηλεκτρονικό σύστημα της δημοπρασίας και έναν εκτυπωτή, είχαν στη διάθεσή τους ψυγειάκια με νερά, αναψυκτικά και ισοτονικά ποτά, καθώς και φαγητά από εταιρεία catering, που περιλάμβανε από μπριάμ μέχρι κινέζικο.
Η δημοπρασία για κάθε άδεια έμοιαζε με συμμετοχή σε τηλεπαιχνίδι και ξεκινούσε από τα τρία εκατομμύρια ευρώ, με τις προσφορές να αυξάνονται αρχικώς κατά 500.000 ευρώ, με δικαίωμα δέκα λεπτών για τον κάθε υποψήφιο προκειμένου να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την προσφορά, ή θα εγκαταλείψει την πλειοδοσία. Την προσφορά καθόρισε κάθε φορά ο συντονιστής της δημοπρασίας και οι οκτώ υποψήφιοι δήλωναν μέσω του υπολογιστή αν την αποδέχονται ή όχι. Αφού εγκατέλειπαν την πλειοδοσία οι έξι από τους οκτώ υποψηφίους, οι δύο που παρέμεναν κατέθεταν εγγράφως σφραγισμένες προσφορές με τίμημα υψηλότερο από αυτό στο οποίο διακόπηκε η ηλεκτρονική ψηφοφορία. Μόλις αναδεικνυόταν ο πλειοδότης, γινόταν διάλειμμα τριών ή τεσσάρων ωρών και η παραπάνω διαδικασία επαναλαμβανόταν από την αρχή μέχρι να δοθούν και οι τέσσερις άδειες.
Οι οκτώ συμμετέχοντες που κατέθεσαν εγγυητικές επιστολές προκειμένου να συμμετέχουν στη διαδικασία ήταν οι εξής:
- ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΝΤΟΤ ΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ (ΣΚΑΙ ΑΕ)
- ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (N.T.V.)
- ΑΝΤΕΝΝΑ TV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
- DIMERA MEDIA INVESTMENTS LIMITED
- ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (ALPHA)
- ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Χ. ΚΑΛΟΓΡΙΤΣΑΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (Τ.Π.Κ. μ.α.ε.)
- ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ITV CP)
- ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ Μ.Μ.Ε. Α.Ε.)
Στο τέλος αναδείχθηκαν τέσσερις προσωρινοί υπερθεματιστές: ο ΣΚΑΪ, ο ΑΝΤ1, η Alter Ego του Βαγγέλη Μαρινάκη και η πλευρά Καλογρίτσα, μέσω του Ιωάννη – Βλαδίμηρου Καλογρίτσα. Το συνολικό τίμημα που προέκυψε από τον διαγωνισμό έφτασε τα 246 εκατομμύρια ευρώ. Η δεύτερη άδεια κατοχυρώθηκε προσωρινά στον Ιωάννη-Βλαδίμηρο Καλογρίτσα, γιο του Χρήστου Καλογρίτσα, με τίμημα 52,6 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό ήταν εξαιρετικά υψηλό. Και σχεδόν αμέσως άρχισε το μεγάλο ερώτημα: μπορούσε πράγματι η πλευρά Καλογρίτσα να πληρώσει;
Η άδεια των 52,6 εκατομμυρίων ευρώ
Η προσφορά των 52,6 εκατομμυρίων ευρώ έφερε τον Καλογρίτσα στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μέχρι τότε, η δημόσια εικόνα του ήταν εκείνη του εργολάβου δημοσίων έργων που διατηρούσε σχέση από παλιά με την Αριστερά, διατηρούσε μια σημαντική εταιρεία που λάμβανε έργα, είχε δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού και εμπλοκή κατά το παρελθόν με τα μέσα ενημέρωσης μέσω εντύπων. Τώρα όμως εμφανιζόταν ως υποψήφιος καναλάρχης.

Το ερώτημα δεν ήταν μόνο αν είχε δικαίωμα να συμμετάσχει. Προφανώς, στον διαγωνισμό μπορούσε να μετάσχει όποιος πληρούσε τις προϋποθέσεις. Το ερώτημα ήταν από πού θα έβρισκε τα χρήματα; Πόσο πραγματική ήταν η οικονομική του επάρκεια; Και τι είδους τηλεοπτικό σταθμό θα δημιουργούσε εάν ολοκλήρωνε την αδειοδότηση. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ απαντούσε σε όλους τους τόνους ότι η διαδικασία ήταν ανοιχτή, ότι οι υποψήφιοι είχαν ελεγχθεί ως προς τα πόθεν έσχες τους και ότι το κρίσιμο ήταν να πληρώσουν το τίμημα και να τηρήσουν τους όρους.
Τα «βοσκοτόπια» η Attica Bank και η εγγυητική των 3 εκατ. ευρώ
Όπως γίνεται αντιληπτό από τη διαδικασία που περιγράψαμε παραπάνω, το πρώτο «εισιτήριο» για να συμμετέχει ένας επίδοξος καναλάρχης στον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών, ήταν η κατάθεση εγγυητικής επιστολής 3 εκατομμυρίων ευρώ. Στην περίπτωση της πλευράς Καλογρίτσα, η εγγυητική αυτή εκδόθηκε από την Attica Bank, μια τράπεζα που θα βρισκόταν σύντομα στο επίκεντρο της υπόθεσης. Όχι μόνο λόγω της συγκεκριμένης εγγυητικής, αλλά και επειδή εταιρείες συμφερόντων του συγκεκριμένου επιχειρηματία είχαν συνδεθεί, σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνταν πόρισμα ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, με δανεισμό δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ από το εν λόγω χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Η εγγυητική, όμως, δεν αρκούσε από μόνη της. Το γεγονός ότι κάποιος μπορούσε να μπει στον διαγωνισμό, καταθέτοντας μια εγγυητική των 3 εκατομμυρίων ευρώ, δεν σήμαινε αυτομάτως ότι μπορούσε να πληρώσει και το τελικό τίμημα. Στην περίπτωση Καλογρίτσα, το τελικό τίμημα για να μπορέσει να εξασφαλίσει άδεια για τη λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού πανελλαδικής εμβέλειας είχε φτάσει στα 52,6 εκατομμύρια ευρώ. Οπότε το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν υπήρχε πραγματική οικονομική δυνατότητα να καταβληθεί αυτό το ποσό. Αυτό θα το έδειχνε το πόθεν έσχες.
Η πλευρά Καλογρίτσα λοιπόν, προκειμένου να αποδείξει πως είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει για την πολυπόθητη άδεια, εμφάνισε στοιχεία που έδειχναν ότι διαχειριζόταν μεγάλα αγροτεμάχια στην Ιθάκη, συνολικής επιφάνειας περίπου 5.000 στρεμμάτων – τα περιβόητα «βοσκοτόπια», όπως τα αποκάλεσαν τότε. Προσοχή σε αυτό το σημείο γιατί η κατάσταση περιπλέκεται.

Οι εκτάσεις αυτές εμφανίζονταν ως ακίνητη περιουσία συνδεδεμένη με την εταιρεία αξιοποίησης ακίνητης περιουσίας «ΑΓΥΙΑ Α.Ε.», συμφερόντων του επιχειρηματία Σπύρου Καραμπάτσου που φέρεται να τα παραχώρησε/διέθεσε στην πλευρά Καλογρίτσα για να του ενισχύσει την εικόνα οικονομικής επάρκειας. Οπότε με αυτό τον τρόπο θέλησε ο προσωρινός υπερθεματιστής να αποδείξει ότι μπορεί να πληρώσει για να πάρει άδεια. Εδώ όμως άρχισαν τα προβλήματα, γιατί οι εκτάσεις αυτές αμφισβητήθηκαν σχεδόν αμέσως ως προς την πραγματική τους αξία, τη δυνατότητα αξιοποίησής τους και τη νομική τους κατάσταση. Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι μέρος τους διεκδικούνταν από τον Δήμο Ιθάκης ή ότι υπήρχαν ζητήματα ως προς το αν μπορούσαν βοσκοτόπια από το γραφικό νησί του Ιονίου να θεωρηθούν καθαρό και άμεσα αξιοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο. Ο Καλογρίτσας σημείωνε πως απαξιωτική περιγραφή περί «βοσκοτόπων» είχε καθαρά και μόνον πολιτική σκοπιμότητα.
Και πάμε τώρα στην Attica Bank που εμφανίστηκε ως ο τραπεζικός κρίκος αυτής της ιστορίας. Όπως προαναφέραμε είχε εκδώσει την εγγυητική επιστολή των 3 εκατομμυρίων ευρώ, που επέτρεψε στην πλευρά Καλογρίτσα να συμμετάσχει στον διαγωνισμό, ενώ κατά το παρελθόν του έδινε αφειδώς δάνεια για να ανταποκρίνεται η εταιρεία του στην κατασκευή έργων. Πρώην ανώτατο στέλεχος της Attica Bank θα κατέθετε καιρό αργότερα στο Ειδικό Δικαστήριο (στο οποίο θα αναφερθούμε στο τρίτο μέρος του αφιερώματος) πως ο Χρήστος Καλογρίτσας τον πίεζε για χρηματοδότηση ύψους 40 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία συνδεόταν με σχέδιο αξιοποίησης των εκτάσεων στην Ιθάκη.
Εν τέλει ο Ιωάννης – Βλαδίμηρος Καλογρίτσας, αν και είχε αναδειχθεί προσωρινός υπερθεματιστής, δεν μπόρεσε να καταβάλει εμπρόθεσμα την πρώτη δόση του τιμήματος για την τηλεοπτική άδεια, ύψους περίπου 17,53 εκατομμυρίων ευρώ. Ζήτησε πρόσθετη προθεσμία 48 ωρών, όμως το αίτημα δεν έγινε δεκτό. Λίγο αργότερα ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη διαδικασία, καταγγέλλοντας πόλεμο από παλιά συμφέροντα του τηλεοπτικού χώρου.
Σε ανακοίνωσή του, θα ανέφερε τα εξής: «Μετά από 44 χρόνια κοινής ζωής με τον πατέρα μου Χρήστο Καλογρίτσα, ανακάλυψα πως η διαπλοκή βρίσκεται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Επί ένα περίπου μήνα, κανιβαλίστηκα μαζί με την οικογένειά μου, έμαθα πως είμαι ανήθικος, πως χρωστάω στο Δημόσιο, πως φοροδιαφεύγω και αν δεν είχα την τύχη να έχω γεννηθεί μετά το 1962, ίσως να μου χρέωναν και τη δολοφονία του Κέννεντυ. Από όλα τα εγκλήματα που μου αποδόθηκαν, το μοναδικό πραγματικό έγκλημά μου ήταν πως αποφάσισα ως νέος επιχειρηματίας να διεκδικήσω τηλεοπτική άδεια. Δηλαδή να μπω σφήνα, μέσα σε ένα κλειστό κύκλο συμφερόντων, που θέλουν να εξουσιάζουν όχι μόνο τα κανάλια αλλά και τη χώρα.
Έτσι, προκειμένου να εξοντωθώ ανακάλυψαν στο πρόσωπό μου όσα έχουν διαπράξει οι ίδιοι. Η φοροδιαφυγή για την οποία ελέγχεται ο κύριος Αλαφούζος ύψους 21 εκατομμυρίων ευρώ και η φοροδιαφυγή για την οποία κατηγορείται ο κύριος Κοντομηνάς, ύψους 41 εκατομμυρίων, αποδόθηκαν σε μένα που δεν χρωστάω ούτε ένα ευρώ και δεν έχω καμία καταδίκη.
Όπως έκαναν σε όλη τους την πορεία αντέστρεψαν την πραγματικότητα. Η διαπλοκή ανακάλυψε διαπλοκή σε μένα που ούτε εργολάβος είμαι, ούτε δημόσια έργα παίρνω. Αυτοί που έπαιρναν θαλασσοδάνεια με (κατ’ ομολογία τους) “αέρα” και έφτιαξαν ζημιογόνες επιχειρήσεις, οι οποίες αφήνουν εργαζόμενους στο δρόμο, απέδωσαν σε εμένα – έναν άγνωστο αλλά σίγουρα όχι διαπλεκόμενο που ταλάνισε τη δημόσια ζωή επί χρόνια – όλα τα κακά. Αμφισβήτησαν ακόμη και την περιουσία μου, που οι δικές τους Τράπεζες είχαν αποτιμήσει. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι με την ανθρωποφαγία τους επιχείρησαν να κομματιάσουν την τιμή μας και την αξιοπρέπειά μας.
Δεν σταμάτησαν όμως εκεί, αφού στην πραγματικότητα όλη αυτή η συμπεριφορά στόχευε και δυστυχώς πέτυχε, να με αποκόψει από τις πηγές και τις διαδικασίες χρηματοδότησής μου. Οι τράπεζες προενοχοποιημένες από τα ψευδή δημοσιεύματα, αρνήθηκαν να λειτουργήσουν νόμιμα απέναντί μου. Διαρροές ακόμη και από την Τράπεζα της Ελλάδος άφηναν να εννοηθεί πως είμαι ελεγχόμενος για δάνεια, που ουδέποτε έλαβα. Διαμόρφωσαν, όπως ήθελαν, τις εντυπώσεις και τελικώς παραπλάνησαν την κοινή γνώμη. Τέτοια κανάλια θέλουν και γι’ αυτό τα θέλουν. Αν και γι’ αυτό το τελευταίο το λόγο θα έχει η Δικαιοσύνη, για τα υπόλοιπα το λόγο θα έχει η ζωή και οι πολίτες αυτής της χώρας, που γνωρίζουν πλέον τι συμβαίνει.
Αποχωρώ, λοιπόν, για τους λόγους τους οποίους όλοι πλέον αντιλαμβάνονται. Θα προστατεύσω τον εαυτό μου και την οικογένειά μου, παρότι χάνω 3 εκατομμύρια ευρώ, που αντιστοιχούν στην εγγυητική επιστολή, την οποία έχω καταθέσει. Η παρεμπόδισή μου αυτή είναι πρόσκαιρη. Θα είμαι εδώ και στα Μέσα Ενημέρωσης και φυσικά όλοι θα κριθούμε στη ζωή. Αν και νομίζω πως πολλοί απ’ αυτούς θα κριθούν από την Ελληνική Δικαιοσύνη».
Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική ζημιά είχε γίνει. Ένας από τους τέσσερις προσωρινούς υπερθεματιστές του διαγωνισμού, στον οποίο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο, αποχωρούσε πριν καν η διαδικασία ολοκληρωθεί. Και μαζί του κατέρρεε ένα από τα πιο προβεβλημένα επιχειρήματα της κυβερνητικής πλευράς, πως οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν ελέγξει διεξοδικά και αποτελεσματικά όσους διεκδικούσαν να μπουν στο νέο τηλεοπτικό τοπίο που διαμορφωνόταν.

Η λιβανέζικη CCC και τα 3 εκατομμύρια ευρώ
Αν πάντως δεν μπλέξατε ήδη αρκετά με τα παραπάνω υπάρχει και συνέχεια, καθώς την ίδια περίοδο προστίθεται ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα των αποκαλύψεων, που αφορά μια ακόμη εταιρεία, την CCC. Η «Consolidated Contractors Company», είναι ένας μεγάλος κατασκευαστικός όμιλος λιβανέζικων συμφερόντων, με διεθνή παρουσία και έντονη δραστηριότητα στη Μέση Ανατολή.
Η πλευρά Καλογρίτσα εμφανίζεται να λαμβάνει από την CCC το ποσό των 3 εκατομμυρίων ευρώ, όσα δηλαδή χρειαζόταν ως εγγυητική επιστολή για να μπορέσει να συμμετάσχει στον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών. Ειδικότερα, βάσει στοιχείων που δημοσιοποιήθηκαν αργότερα, η εταιρεία «Τοξότης», συμφερόντων Καλογρίτσα, είχε συνάψει συμφωνία υπεργολαβίας με εταιρεία σχετιζόμενη με τον λιβανέζικο όμιλο CCC. Η συμφωνία αυτή φέρεται να αφορούσε κατασκευαστικό έργο στο εξωτερικό, και συγκεκριμένα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Με απλά λόγια, στα χαρτιά εμφανιζόταν ότι η εταιρεία Καλογρίτσα θα αναλάμβανε μέρος ενός κατασκευαστικού έργου και γι’ αυτό θα έπαιρνε ως προκαταβολή 3 εκατομμύρια ευρώ.
Από εδώ και πέρα οι απόψεις διίστανται. Η πλευρά της CCC υποστήριζε ότι επρόκειτο για πραγματική επιχειρηματική συμφωνία. Δηλαδή ότι τα 3 εκατομμύρια ευρώ δόθηκαν κανονικά ως προκαταβολή στο πλαίσιο της υπεργολαβίας και ότι η εταιρεία Καλογρίτσα όφειλε είτε να εκτελέσει το έργο είτε εάν δεν το έπραττε αυτό, να επιστρέψει τα χρήματα. Γι’ αυτό και η CCC κινήθηκε νομικά εναντίον της πλευράς Καλογρίτσα, διεκδικώντας πίσω το ποσό.
Η πλευρά Καλογρίτσα όμως, υποστήριξε αργότερα κάτι εντελώς διαφορετικό. Ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση της υπεργολαβίας με την CCC ήταν εικονική. Ότι χρησιμοποιήθηκε δηλαδή ως «βιτρίνα» για να μετακινηθούν στον τραπεζικό λογαριασμό του τα 3 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να εμφανιστεί ο πραγματικός σκοπός τους. Κατά την εκδοχή Καλογρίτσα, τα χρήματα δεν δόθηκαν επειδή η «Τοξότης» θα εκτελούσε πραγματικό κατασκευαστικό έργο στο εξωτερικό, αλλά για να καλυφθεί η ανάγκη συμμετοχής στον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών.
Η CCC προσέφυγε σε διεθνή διαιτησία, διεκδικώντας πίσω τα 3 εκατομμύρια ευρώ από την πλευρά Καλογρίτσα. Το Διαιτητικό Δικαστήριο δικαίωσε τον λιβανέζικο όμιλο. Παρ’ όλα αυτά, ο Καλογρίτσας επέμεινε στους ισχυρισμούς του πως τα 3 εκατομμύρια ευρώ έφτασαν σε αυτόν έπειτα από πολιτική παρέμβαση και ότι ο τότε υπουργός Νίκος Παππάς είχε ρόλο στον συντονισμό όλου αυτού του σχεδίου. Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε, τον βοήθησαν γιατί στόχος ήταν να μπορέσει να κατέβει κι αυτός στον διαγωνισμό, ώστε να δημιουργηθεί ακολούθως ένας νέος τηλεοπτικός σταθμός φιλικός προς την τότε κυβέρνηση, ένας «ΣΥΡΙΖΑ TV» – με άλλο βέβαια όνομα. Η πλευρά Παππά αρνήθηκε κατηγορηματικά τις καταγγελίες. Ο κ. Καλογρίτσας δεν αναίρεσε τον ισχυρισμό του.
Το ΣτΕ και η κατάρρευση του «νόμου Παππά»
Η οριστική τροπή στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών όμως δεν ήρθε με την αποχώρηση Καλογρίτσα αλλά από τη Δικαιοσύνη, από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο οποίο είχαν προσφύγει οι τηλεοπτικοί σταθμοί ΑΝΤ1, ΣΚΑΪ και δύο εταιρείες υπό τον Βαγγέλη Μαρινάκη και τον Ιβάν Σαββίδη, θεωρώντας πως ο «νόμος Παππά» αντίκειται στο Σύνταγμα. Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε πράγματι αντισυνταγματική τη ρύθμιση με την οποία η αρμοδιότητα για τη διαγωνιστική διαδικασία είχε ανατεθεί στον υπουργό Νίκο Παππά και όχι στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Για το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο το πρόβλημα δεν ήταν ποιος πήρε ή δεν πήρε άδεια, αλλά ποιος είχε την αρμοδιότητα να οργανώσει και να ελέγξει τη διαδικασία. Κατά το Σύνταγμα, ο ρόλος αυτός ανήκει αποκλειστικά και μόνο στο ΕΣΡ.
Με την έκδοση της απόφασης, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Νίκος Παππάς τόνισε πως «το δημόσιο συμφέρον επιτάσσει γρήγορη αδειοδότηση και τέλος στη δωρεάν εκπομπή των καναλιών, καθώς αυτό απαιτεί η κοινωνία», προσθέτοντας πως «κυβέρνηση, κόμματα και ανεξάρτητη αρχή πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων». Επισήμαινε ακόμη ότι το Ανώτατο Δικαστήριο «θεωρεί: α) αναγκαία τη γρήγορη επανάληψη του διαγωνισμού κατ’ εφαρμογή του νόμου 4339/15 -άρα όσοι μιλούσαν περί “αντισυνταγματικού νόμου Παππά” ας το ξανασκεφτούν. β) Παράνομη τη μέχρι σήμερα λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών -ας το σκεφτούν όσοι έλεγαν ότι δεν χρειάζονται άδειες. γ) Σπάνιο πόρο του Δημοσίου τις τηλεοπτικές συχνότητες -ας το σκεφτούν όσοι έλεγαν ότι οι άδειες μπορούν να είναι άπειρες».
Πρακτικά πάντως για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτέλεσε ένα σοβαρό πολιτικό πλήγμα. Για την αντιπολίτευση, ήταν μια δικαίωση της κριτικής της ότι ο διαγωνισμός είχε στηθεί σε λανθασμένη θεσμική βάση. Για την πλευρά Παππά, όπως είδαμε και στη δήλωσή του, η πολιτική ουσία παρέμενε αφού είχε επιχειρηθεί για πρώτη φορά να μπει τάξη σε ένα τηλεοπτικό τοπίο που λειτουργούσε επί χρόνια χωρίς οριστικές άδειες.
Την ίδια ώρα η υπόθεση Καλογρίτσα εξακολουθούσε να κατέχει τη δική της δυναμική. Τα 52,6 εκατομμύρια ευρώ για την απόκτηση άδειας, τα «βοσκοτόπια» στην Ιθάκη, η εγγυητική της Attica Bank και τα 3 εκατομμύρια ευρώ της λιβανέζικης εταιρείας CCC θα αποτελούσαν το υλικό για καταγγελίες, πολιτικές αντιπαραθέσεις, κοινοβουλευτικές συγκρούσεις και δικαστική διερεύνηση. Εκεί θα εντρυφήσει το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματός μας. Στη διαδρομή από τις καταγγελίες Καλογρίτσα στην Προανακριτική Επιτροπή και από εκεί στο Ειδικό Δικαστήριο, όπου η υπόθεση θα έκλεινε θεσμικά με την καταδίκη του Νίκου Παππά για παράβαση καθήκοντος και του Χρήστου Καλογρίτσα ως συνεργού.