Επίμονος και εργατικός, υπερυπουργός, διεκδικητής της ηγεσίας –H μοναδική περίπτωση του Σαρακατσάνου Γιώργου Σουφλιά
Γεννημένος σε μια καλύβα, Σαρακατσάνος, ο Γιώργος Σουφλιάς υπήρξε από τις πιο χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της Μεταπολίτευσης, ένας πολιτικός που συνδέθηκε με τα μεγάλα έργα, τις σκληρές εσωκομματικές μάχες και τις αντιφάσεις της Ελλάδας που οικοδομήθηκε μετά το 1974.
O Γιώργος Σουφλιάς γεννήθηκε τον Ιούλιο 1941 σε μία καλύβα στα ορεινά των Φαρσάλων, ακολουθώντας τη διαδρομή των κοπαδιών ενός Σαρακατσάνου τσέλιγκα, του παππού του. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει αυτή τη λεπτομέρεια μια γραφική υποσημείωση στο τέλος μιας μακράς πολιτικής διαδρομής, όμως στην πραγματικότητα, ίσως βρίσκεται εκεί ολόκληρη η εξήγηση της ζωής του.
Μεγάλωσε σε ένα χωριό δώδεκα σπιτιών, την Αγία Τριάδα στα Φάρσαλα, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε ακόμη να σταθεί στα πόδια της μετά τον πόλεμο. Ο ίδιος θυμόταν τον πατέρα του (τον είχε δάσκαλο στην πρώτη δημοτικού, οι κάτοικοι πήραν την κατάσταση στα χέρια τους αφού δεν υπήρχαν δάσκαλοι στην περιοχή) και τους συγχωριανούς του να δουλεύουν από τα χαράματα μέχρι το βράδυ σε έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης και προόδου, θυμόταν τις οδομαχίες που είδε παιδί στα Φάρσαλα, θυμόταν μια χώρα τραυματισμένη που προσπαθούσε να οικοδομηθεί εξαρχής. Από αυτά τα βιώματα γεννήθηκε η πολιτική του ταυτότητα πολύ πριν μπει στην πολιτική.
Το τηλεφώνημα του Καραμανλή
Ο Γιώργος Σουφλιάς ανήκε σε εκείνη τη γενιά των μεταπολιτευτικών πολιτικών που αντιμετώπιζαν το κράτος ως μηχανισμό ανάπτυξης και την πολιτική ως εργαλείο κοινωνικής ανόρθωσης. Για τους ανθρώπους αυτούς η πρόοδος είχε πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: δρόμους, σχολεία, έργα, οικονομική ανάπτυξη, ένταξη στην Ευρώπη, ευκαιρίες για δουλειά. Δεν είναι τυχαίο ότι επέλεξε να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, ούτε ότι τα υπουργεία στα οποία αισθανόταν περισσότερο ο εαυτός του ήταν εκείνα όπου μπορούσε να αφήσει πίσω του κάτι χειροπιαστό.
Το 1974 δέχθηκε το τηλεφώνημα από το γραφείο του Κωνσταντίνου Καραμανλή που θα άλλαζε τη ζωή του. Είχε ήδη μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία ως πολιτικός μηχανικός στη Λάρισα και, όπως ο ίδιος έλεγε, δεν σκόπευε ακόμη να εγκαταλείψει το επάγγελμά του. Ο πατέρας του προσπάθησε να τον αποτρέψει, είχε φίλο έναν πολιτευτή που πέθανε μόνος στο γηροκομείο, έτρεμε μήπως ο γιος του είχε την ίδια τύχη. Φυσικά δεν τον άκουσε.
Από τότε και για περισσότερο από τρεις δεκαετίες βρέθηκε στον πυρήνα της εξουσίας. Υφυπουργός Εσωτερικών στις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, υφυπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση του Γεωργίου Ράλλη, υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Τζαννετάκη το 1989, υπουργός Οικονομικών στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα, υπουργός Εθνικής Οικονομίας και αργότερα Παιδείας στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η διαγραφή και η επαναφορά στη ΝΔ
Το 1997, στο τέταρτο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματος απέναντι στον Κώστα Καραμανλή. Ηττήθηκε. Έναν χρόνο αργότερα διαγράφηκε από τη Νέα Δημοκρατία. Για πολλούς πολιτικούς αυτή θα ήταν η αρχή του τέλους. Για τον Σουφλιά ήταν μία ακόμη μάχη. Επανήλθε το 2001 έπειτα από πρόσκληση του ίδιου του Καραμανλή και μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας το 2004 μετατράπηκε σε έναν από τους ισχυρότερους υπουργούς της κυβέρνησης ως επικεφαλής του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενός υπουργείου που ταυτίστηκε με τη δική του αντίληψη για την πολιτική.
Η σχέση του με την εξουσία υπήρξε πάντοτε σύνθετη. Δεν ήταν πολιτικός της τηλεοπτικής εποχής, ούτε διέθετε τη φυσική γοητεία ή την ευκολία του λαϊκού χαμόγελου -όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον οποίο έλεγε ότι πολύ θα ήθελε να παίξει μια παρτίδα σκάκι, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και ένδειξη σεβασμού από την πλευρά του Σαρακατσάνου υπερυπουργού.
Διέθετε όμως οργανωτική ισχύ, βαθιά γνώση του κράτους, μεγάλη εργατικότητα και μια σχεδόν αμετακίνητη βεβαιότητα ότι είχε δίκιο. Αυτή η βεβαιότητα τον βοήθησε μεν να επιβιώσει πολιτικά σε περιόδους που άλλοι εξαφανίστηκαν, ήταν όμως και η πηγή κάποιων συγκρούσεων.
Οι συγκρούσεις και ο απολογισμός
Η αποτίμηση της πολιτικής του διαδρομής έχει σημεία που θεωρούνται αμφιλεγόμενα. Για τους υποστηρικτές του υπήρξε ένας πολιτικός που άφησε έργο και αντιμετώπιζε την πολιτική ως πεδίο αποτελέσματος και όχι εντυπώσεων. Για τους επικριτές του υπήρξε ένας από τους τελευταίους ισχυρούς εκφραστές ενός μοντέλου ανάπτυξης της Μεταπολίτευσης που έδινε προτεραιότητα στις υποδομές και στα μεγάλα έργα ακόμη και όταν αυτά συγκρούονταν με περιβαλλοντικές ενστάσεις ή θεσμικά όρια.
Η θητεία του στο ΠΕΧΩΔΕ υπήρξε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύγκρουσης. Η επιμονή του στην εκτροπή του Αχελώου, έργο που ο ίδιος και η πλειοψηφία θεωρούσαν ζωτικής σημασίας για τη Θεσσαλία και οι αντίπαλοί του περιβαλλοντικά καταστροφικό, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το ίδιο συνέβη με το χωροταξικό πλαίσιο, τη διαχείριση της εκτός σχεδίου δόμησης και τη γενικότερη αντίληψη περί ανάπτυξης που εξέφραζε.
Αντίστοιχες ενστάσεις διατυπώθηκαν και κατά τη θητεία του στο υπουργείο Παιδείας στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Οι μεταρρυθμίσεις του θεωρήθηκαν από τους υποστηρικτές τους αναγκαίες για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και από τους αντιπάλους του υπερβολικά αυστηρές σε μια ήδη τεταμένη κοινωνική συγκυρία.
Ο ίδιος πίστευε βαθιά στην έννοια της πειθαρχίας, των κανόνων και της προσωπικής ευθύνης, αξίες που τον συνόδευσαν από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι το τέλος της πολιτικής του διαδρομής.
Ντοστογιέφκσι και Τσιτσάνης
Πίσω από την δημόσια εικόνα του ισχυρού πολιτικού υπήρχε ένας άνθρωπος που μιλούσε με συγκίνηση για το χωριό του, που αγαπούσε τον Ντοστογιέφσκι, που άκουγε Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Pink Floyd και Μπετόβεν με την ίδια ευκολία.
Ήταν επίσης ο πολιτικός που απάντησε αυθόρμητα στα γιουχαΐσματα μαθητών σφυρίζοντας και ο ίδιος σε μια σχολική εκδήλωση ως υπουργός Παιδείας, φέρνονας τα δάχτυλά στο στόμα του, όπως σίγουρα είχε κάνει ως παιδί για να καθοδηγήσει τα πρόβατα. Δημιούργησε έτσι ένα από τα πιο παράδοξα στιγμιότυπα της δημόσιας ζωής του. Χρόνια αργότερα γελούσε ακόμη με εκείνο το περιστατικό και θυμόταν ότι τα παιδιά στα σχολεία του ζητούσαν να σφυρίζει.
Πίσω από τη δημόσια εικόνα υπήρχε και ένας άνθρωπος που δήλωνε αθεράπευτα ερωτευμένος με τη γυναίκα του ακόμη και έπειτα από δεκαετίες γάμου. Η ιστορία είχε τη δική της πολιτική ειρωνεία. Εκείνος υπήρξε κορυφαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, ενώ η οικογένεια της συζύγου του είχε βαθιές κομμουνιστικές καταβολές. Ο ίδιος αφηγούνταν αυτή τη συνάντηση δύο διαφορετικών κόσμων σχεδόν με περηφάνια. Ίσως επειδή τα βιώματα του εμφυλίου τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή και τον έκαναν να αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε είδους φανατισμό.
Το πολιτικό τέλος του ήρθε με τρόπο που ταίριαζε στον χαρακτήρα του. Μετά τη συντριβή της Νέας Δημοκρατίας το 2009, όταν βρέθηκε στο στόχαστρο για την εισήγησή του προς τον Κώστα Καραμανλή να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, δεν αναζήτησε δικαιολογίες ούτε επιχείρησε να διαπραγματευτεί την επόμενη ημέρα. Εξελέγη βουλευτής Επικρατείας αλλά αρνήθηκε να ορκιστεί.
Η επιστολή παραίτησης που ήταν πολιτικο μανιφέστο
Η επιστολή αποχώρησής του παραμένει ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολιτικά κείμενα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Μίλησε για «διάφορες καταστάσεις, διαδικασίες και μεθόδους στην πολιτική» που ήταν αντίθετες με τα πιστεύω και τον χαρακτήρα του, παραδέχθηκε ότι «τα φίλια πυρά» τον είχαν πληγώσει και περιέγραψε μια φθορά που σπάνια ομολογούν δημόσια οι πολιτικοί.
«Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να αναπνεύσω εκτός πολιτικής», έγραψε.
Δεν ανακάλεσε όμως ούτε μία από τις επιλογές του. Αντίθετα, επέμεινε μέχρι τέλους ότι η απόφαση για πρόωρες εκλογές ήταν σωστή. «Η άποψή μου ήταν -και δεν την αλλάζω- ότι μία μακρά προεκλογική περίοδος σε μία τέτοια οικονομική συγκυρία θα ήταν μεγάλη ζημιά για τον τόπο και ότι το παραταξιακό συμφέρον πρέπει να ταυτίζεται με το εθνικό», σημείωνε. Και αρνήθηκε να δεχθεί ότι η ήττα της Νέας Δημοκρατίας μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από εκείνη την απόφαση: «Τα αίτια της ήττας δεν ήταν ο χρόνος των εκλογών αλλά πολλά άλλα».
Διαβάζοντας σήμερα εκείνη την επιστολή, δύσκολα μπορεί κανείς να μη διακρίνει μια σπάνια πράξη ανάληψης ευθύνης για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα. Ο Σουφλιάς δεν παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος, αποδέχθηκε όμως ότι η ιστορία τον είχε ταυτίσει με μια επιλογή που οδήγησε σε μια μεγάλη ήττα και αποφάσισε να αποχωρήσει χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα, αξίωμα ή ρόλο.
Λίγα χρόνια πριν αποσυρθεί από την πολιτική, όταν ρωτήθηκε τι σημαίνει για εκείνον η ύπαιθρος, δεν μίλησε για την αγροτική ανάπτυξη, ούτε για την οικονομία, ούτε για τα μεγάλα σχέδια που τόσο αγαπούσε ως μηχανικός και υπουργός. Μίλησε για το χωριό του. Για τη σιωπή. Για τα δέντρα. Για τις κορυφές που έβλεπε όταν επέστρεφε εκεί. Αλλά και για τις κορυφές που ήθελε να κατακτήσει – ίσως μεταφορικά, ίσως δεν είχε σβήσει ακόμα ο πόθος για την κατάκτηση της προεδρίας του κόμματος.
«Αποχωρώ με γνώσεις και εμπειρίες, αλλά κυρίως με αναλλοίωτα τα στοιχεία του χαρακτήρα μου», έγραψε στην τελευταία δημόσια πολιτική του εξομολόγηση. Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής του. Και το τελευταίο που άφησε στην κρίση των άλλων.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο