Γλυπτά του Παρθενώνα: Ισχυρή στήριξη της Ελλάδας στην UNESCO – «Δεν υπάρχει φιρμάνι» προς τον Έλγιν είπε η Τουρκία
Σημαντική διπλωματική εξέλιξη υπέρ της Ελλάδας καταγράφεται στην UNESCO για το ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, καθώς η Διακυβερνητική Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον με ακόμη πιο σαφή τρόπο ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το θέμα των Γλυπτών παραμένει σταθερά στην ατζέντα της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Επιστροφή των Πολιτιστικών Αγαθών στις Χώρες Προέλευσης από το 1984, όταν τέθηκε για πρώτη φορά από τη Μελίνα Μερκούρη. Η Ελλάδα επανέλαβε ενώπιον της Επιτροπής ότι τα Γλυπτά και οι συμβολισμοί που φέρουν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας.
Πλειοψηφική στήριξη υπέρ της Ελλάδας
Κατά την 25η Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής, η ελληνική επιχειρηματολογία βρήκε ευρεία ανταπόκριση, με την πλειοψηφία των κρατών που συμμετείχαν στη διαδικασία να τάσσεται υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η στήριξη αυτή ενισχύει τη θέση της Αθήνας ότι το αίτημα για την επανένωση των Γλυπτών δεν είναι διμερής πολιτιστική διαφορά με το Βρετανικό Μουσείο, αλλά ζήτημα διεθνούς πολιτιστικής δικαιοσύνης, με ιστορικές, ηθικές, νομικές και πολιτιστικές διαστάσεις.
Ήδη από την προηγούμενη σύνοδο, η Επιτροπή είχε εκφράσει βαθιά ανησυχία επειδή το ζήτημα παραμένει άλυτο και είχε καλέσει τις δύο πλευρές να εντείνουν τις προσπάθειές τους για επίλυση, λαμβάνοντας υπόψη ακριβώς αυτές τις διαστάσεις.
Η σημασία της αναγνώρισης
Η αναγνώριση ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς είναι κρίσιμη, διότι ακυρώνει στην πράξη το βασικό αφήγημα της βρετανικής πλευράς ότι τα Γλυπτά μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητα μουσειακά αντικείμενα, αποκομμένα από τον Παρθενώνα και την Ακρόπολη.
Η ελληνική θέση είναι ότι τα Γλυπτά δεν αποτελούν απλώς αρχαιότητες που εκτίθενται σε ένα μουσείο. Είναι τμήματα ενός ενιαίου μνημείου, του Παρθενώνα, το οποίο ανήκει στο σύνολο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά έχει αδιαχώριστη ιστορική, αισθητική και συμβολική σύνδεση με την Αθήνα και την Ελλάδα.
Το Μουσείο της Ακρόπολης έχει άλλωστε σχεδιαστεί ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική: να παρουσιάζει τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα ως ενιαίο σύνολο, με τα σωζόμενα πρωτότυπα και τα αντίγραφα των τμημάτων που βρίσκονται στο Λονδίνο να συνυπάρχουν στην ίδια μουσειακή αφήγηση.
Πίεση στο Ηνωμένο Βασίλειο
Η νέα εξέλιξη αυξάνει την πίεση προς το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βρετανικό Μουσείο, καθώς ενισχύει το επιχείρημα ότι η επιστροφή των Γλυπτών δεν αποτελεί απλώς ελληνική επιθυμία, αλλά διεθνώς αναγνωρισμένη ανάγκη πολιτιστικής επανένωσης.
Η Διακυβερνητική Επιτροπή έχει καλέσει επανειλημμένα τις δύο πλευρές να επιδιώξουν λύση μέσω ουσιαστικού διαλόγου. Το 2021, η UNESCO είχε κάνει ένα ακόμη σημαντικό βήμα, αναγνωρίζοντας ότι το ζήτημα έχει διακυβερνητικό χαρακτήρα και δεν αφορά μόνο το Βρετανικό Μουσείο, αλλά και την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Αυτό το σημείο είναι κομβικό για την Ελλάδα, καθώς η βρετανική πλευρά επί χρόνια επιχειρεί να παραπέμπει την υπόθεση αποκλειστικά στους διαχειριστές του Βρετανικού Μουσείου, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρέμβει.
Το ζήτημα του «φιρμανιού» και η τουρκική παρέμβαση
Ιδιαίτερο βάρος στη διεθνή συζήτηση είχε και η τουρκική παρέμβαση στην 25η Σύνοδο, όπου η εκπρόσωπος της Τουρκίας Ζεϊνέπ Μποζ ανέφερε ότι στα οθωμανικά αρχεία δεν υπάρχει επίσημο φιρμάνι που να νομιμοποιεί την αφαίρεση των Γλυπτών από τον λόρδο Έλγιν. Η τοποθέτηση αυτή θεωρήθηκε σημαντικό πλήγμα στο βρετανικό επιχείρημα περί νόμιμης απόκτησης.
Η βρετανική πλευρά επικαλείται διαχρονικά έγγραφο που παρουσιάζεται ως άδεια των οθωμανικών αρχών προς τον Έλγιν. Ωστόσο, η τουρκική πλευρά έχει επισημάνει ότι δεν υπάρχει τέτοιο αυθεντικό φιρμάνι στα οθωμανικά αρχεία και ότι το έγγραφο που επικαλούνται οι Βρετανοί είναι ιταλική μετάφραση, χωρίς την τυπική μορφή, υπογραφή και σφραγίδα που θα απαιτούσε ένα επίσημο σουλτανικό φιρμάνι.
Διπλωματικό κέρδος για την Αθήνα
Η νέα στάση της Διακυβερνητικής Επιτροπής αποτελεί διπλωματικό κέρδος για την Αθήνα, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση από το στενό ερώτημα της «ιδιοκτησίας» στο ουσιαστικό ζήτημα της πολιτιστικής ενότητας του μνημείου.
Η Ελλάδα δεν ζητά την επιστροφή των Γλυπτών ως απλό αντικείμενο διεκδίκησης. Ζητά την επανένωση ενός ακρωτηριασμένου μνημείου. Αυτό είναι το κέντρο της ελληνικής επιχειρηματολογίας και αυτό ακριβώς φαίνεται να αναγνωρίζεται πλέον με μεγαλύτερη σαφήνεια στο πλαίσιο της UNESCO.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ζήτημα παραμένει ενεργό και στις διμερείς επαφές Αθήνας – Λονδίνου, με το Βρετανικό Μουσείο να εμφανίζεται κατά διαστήματα ανοικτό σε «νέες μορφές συνεργασίας», χωρίς όμως να έχει αποδεχθεί τον μόνιμο επαναπατρισμό των Γλυπτών.
Η αναγνώριση από τη Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO έρχεται σε ένα κρίσιμο διεθνές περιβάλλον, όπου το ζήτημα της επιστροφής πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη δυναμική.