Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Μουντιάλ 2014: Τα 7 λεπτά που γκρέμισαν ένα έθνος: Το ανεπανάληπτο 7-1 της Γερμανίας στη Βραζιλία

Όταν πρόκειται για το Παγκόσμιο Κύπελλο, η έδρα θεωρητικά αποτελεί πλεονέκτημα. Αρκεί να ρωτήσει κανείς την Ουρουγουάη (1930), την Ιταλία (1934), την Αγγλία (1966), τη Δυτική Γερμανία (1974), την Αργεντινή (1978) και τη Γαλλία (1998). Ακόμη και ομάδες που δεν κατέκτησαν το τρόπαιο, όπως η Σουηδία (1958), η Χιλή (1962) και η Νότια Κορέα (2002), έφτασαν απρόσμενα ψηλά, τερματίζοντας δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αντίστοιχα. Η θεωρία λέει πως οι αντίπαλοι «λυγίζουν» μπροστά στο πάθος και τη μαζική στήριξη των γηπεδούχων, την ώρα που οι οικοδεσπότες παίρνουν ώθηση από το κοινό τους.

Όχι όμως αυτή τη φορά.

«Αν έβλεπες τα πρόσωπα των Βραζιλιάνων όταν έμπαιναν στο γήπεδο, έμοιαζαν σαν να ετοιμάζονται για τους Αγώνες Πείνας», σχολίασε ο Ζίκο, ο θρυλικός μέσος της Βραζιλίας των δεκαετιών του ’70 και του ’80. «Δεν απολάμβαναν τη στιγμή και αυτό τους δυσκόλευε ακόμη περισσότερο. Μόλις βρέθηκαν απέναντι σε μια ομάδα αντίστοιχου επιπέδου, κατέρρευσαν».

Η Σελεσάο και η Ισπανία είναι οι μοναδικές πρωταθλήτριες κόσμου που δεν κατέκτησαν το τρόπαιο εντός έδρας, κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό για τους Βραζιλιάνους, που έχουν σηκώσει το κύπελλο σχεδόν παντού αλλού, ενώ το έχουν διοργανώσει δύο φορές. Το 1950 γνώρισαν μια απρόσμενη ήττα από την Ουρουγουάη στο Μαρακανά, ένα τραύμα που χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη ως «Μαρακανάσο». Το 2014, δημιούργησαν έναν νέο εφιάλτη: το «Μινεϊράσο».

Αυτό όμως ξεπερνούσε την απλή απογοήτευση. Ήταν ταπείνωση.

Για επτά καταιγιστικά λεπτά στο πρώτο ημίχρονο, η Γερμανία παρουσίασε ένα ποδόσφαιρο πρωτοφανούς αγριότητας απέναντι σε αντίπαλο τέτοιου μεγέθους στην ιστορία της διοργάνωσης. Ήταν ποδόσφαιρο που έμοιαζε με άθλημα επιβίωσης. Από το 23:08 έως το 29:49, έχοντας ήδη προηγηθεί, οι Γερμανοί πέτυχαν τέσσερα ακόμη γκολ, διαλύοντας την άμυνα της Βραζιλίας με τέτοια συχνότητα και σφοδρότητα, που προκαλούσε σοκ στους θεατές. Ήταν σαν να ξεπλένονταν τα όνειρα ενός ολόκληρου έθνους στον υπόνομο.

«Ήθελα απλώς να δώσω λίγη χαρά στον λαό μου, που ήδη υποφέρει τόσο», είπε μετά τον αγώνα ο Νταβίντ Λουίζ. «Ήθελα να δω τον κόσμο να χαμογελά».

Στο 23ο λεπτό, όταν ο Μίροσλαβ Κλόζε έγινε ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία των Μουντιάλ με 16 γκολ, οι κάμερες εστίασαν σε μια Βραζιλιάνα φίλαθλο, με βαμμένο πρόσωπο στα χρώματα της χώρας της, και ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό της. Ένα λεπτό αργότερα, όταν ο Τόνι Κρόος έκανε το 3-0, μια άλλη φίλαθλος κοιτούσε αποσβολωμένη. Ήταν ήδη υπερβολικό.

«Έβλεπα το παιχνίδι στο σπίτι με τη γυναίκα μου και μετά το τρίτο γκολ άρχισε να κλαίει», θυμήθηκε ο Τίτε. «Και τότε λύγισα κι εγώ. Το 7-1 είναι σαν φάντασμα. Είναι πάντα εκεί. Όσο περισσότερο το συζητάς, τόσο δυσκολότερα φεύγει».

Και όμως, δεν είχε τελειώσει. Από τη σέντρα, ο Κρόος έκλεψε την μπάλα, συνεργάστηκε με τον Κεντίρα και έκανε το 4-0. Τρία λεπτά αργότερα, ο Κεντίρα πέτυχε και πέμπτο γκολ. Οι σκηνοθέτες σταμάτησαν να δείχνουν τις εξέδρες.

Στον πάγκο της Γερμανίας, ο Γιόακιμ Λεβ γύρισε στον συνεργάτη του Χάνσι Φλικ και τον ρώτησε: «Συμβαίνει στ’ αλήθεια αυτό;». «Ήταν ένα μείγμα απόλυτης χαράς και δυσπιστίας», θα πει αργότερα. «5-0 σε ημιτελικό, απέναντι στη διοργανώτρια. Αδιανόητο».

Στην ανάπαυλα, ο Λεβ έκανε ίσως την πιο παράξενη ομιλία ημιχρόνου στην ιστορία: ζήτησε από τους παίκτες του να… μην είναι υπερβολικά καλοί. «Δεν ήθελα να γελοιοποιήσουμε τους Βραζιλιάνους μπροστά σε εκατομμύρια ανθρώπους», εξήγησε. «Ο σεβασμός που μας είχαν δείξει ήταν τεράστιος».

Οκτώ χρόνια νωρίτερα, οι Γερμανοί είχαν βιώσει τον δικό τους πόνο, όταν αποκλείστηκαν εντός έδρας από την Ιταλία στον ημιτελικό του 2006. Το 2014, συνδύασαν την αγωνιστική σκληρότητα με μια δόση ενσυναίσθησης.

Στο δεύτερο ημίχρονο σημείωσαν ακόμη δύο γκολ, με τον Σίρλε, ενώ θα μπορούσαν να είχαν πετύχει κι άλλα. Το γκολ της παρηγοριάς του Όσκαρ ήρθε στο τέλος, λίγα δευτερόλεπτα αφού ο Οζίλ είχε χάσει τετ-α-τετ.

Ήταν η πρώτη ήττα της Βραζιλίας σε ημιτελικό Μουντιάλ μετά από 76 χρόνια και η πρώτη εντός έδρας ήττα σε επίσημο αγώνα μετά από 1939. Ήταν η πιο βαριά της ήττα εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.

Δύο παίκτες της, ο Λουίζ Γκουστάβο και ο Ντάντε, επέστρεψαν στη Γερμανία για τις ομάδες τους. «Αν ήμουν σε άλλη χώρα, θα ήταν πιο εύκολο», είπε ο Ντάντε. «Ο κόσμος ξεχνά τον σεβασμό. Μένεις μόνος».

Ο Νεϊμάρ, τραυματίας από τα προημιτελικά, παρακολουθούσε από το σπίτι. Στο δεύτερο ημίχρονο, με τη μητέρα του να κλαίει, έκλεισε την τηλεόραση. Το όνειρο είχε τελειώσει.

Όχι όμως για πάντα. Δύο χρόνια αργότερα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο, η Βραζιλία βρήκε την ευκαιρία για λύτρωση. Με τον Νεϊμάρ ξανά μπροστάρη, έφτασε στον τελικό – απέναντι στη Γερμανία. Το ματς κρίθηκε στα πέναλτι. Όλοι οι Βραζιλιάνοι ευστόχησαν, ο Νεϊμάρ σκόραρε τελευταίος και ο Πέτερσεν αστόχησε.

Ήταν η στιγμή της κάθαρσης. Και στις εξέδρες του Μαρακανά αντήχησε ξανά ένα γνώριμο σύνθημα: «Ο campeão voltou» – Οι πρωταθλητές επέστρεψαν.