Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Από το Μουντιάλ στη φυλακή: Ο Μορένο και το… σκάνδαλο που σημάδεψε την Ιταλία το 2002

Ο Μπάιρον Μορένο έμεινε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που σημάδεψε ανεξίτηλα έναν από τους πιο πικρούς αποκλεισμούς της Ιταλίας σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Το όνομά του συνδέθηκε για πάντα με το Ιταλία – Νότια Κορέα του 2002, όμως η πορεία του πριν και μετά από εκείνο το βράδυ αποδείχθηκε ακόμη πιο αμφιλεγόμενη και γεμάτη σκιές.

Γιος γνωστού δικηγόρου στο Εκουαδόρ, ο Μπάιρον Αλδεμάρ Μορένο Ρουάλες μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο νομικά βιβλία, αλλά το όνειρό του δεν ήταν η δικηγορία. Από μικρός πίστευε πως η δική του δόξα θα βρισκόταν στο ποδόσφαιρο. Αρχικά προσπάθησε να γίνει ποδοσφαιριστής, όμως σύντομα κατάλαβε πως δεν διέθετε το απαραίτητο ταλέντο για να φτάσει ψηλά. Τότε στράφηκε στη διαιτησία, πεπεισμένος ότι το γήπεδο θα του έδινε τελικά τη φήμη που αναζητούσε.

Από πολύ νωρίς απέκτησε τη φήμη ενός αυστηρού, σκληρού και απρόβλεπτου διαιτητή. Οι πολλές κάρτες, οι αποβολές και τα πέναλτι που συχνά προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις τού χάρισαν το παρατσούκλι «el justiciero», δηλαδή «ο τιμωρός». Στο Copa América του 1997, στην πρώτη μεγάλη διεθνή του εμφάνιση, άφησε την Αργεντινή με οκτώ παίκτες σε αγώνα απέναντι στο Περού, αποβάλλοντας τρεις ποδοσφαιριστές μέσα σε δύο λεπτά. Το Περού νίκησε 2-1 και το όνομα του Μορένο άρχισε να συζητιέται έντονα.

Έναν χρόνο αργότερα, σε αγώνα ανάμεσα στην Αμέρικα και τη Βάσκο ντα Γκάμα στο Ρίο ντε Τζανέιρο, απέβαλε έξι παίκτες, ενώ στο πρωτάθλημα του Εκουαδόρ χρειάστηκε να διακόψει παιχνίδι στο 73ο λεπτό επειδή είχε ήδη δείξει επτά κόκκινες κάρτες. Ήταν φανερό πως δεν τον ενδιέφερε απλώς να διαιτητεύει, αλλά να αφήνει το αποτύπωμά του.

Το όνομά του άρχισε να γίνεται γνωστό και στη FIFA, ιδιαίτερα μετά από αμφιλεγόμενες αποφάσεις σε αγώνες προκριματικών Μουντιάλ, όπως το Αργεντινή – Χιλή το 2000, όπου καταλογίστηκαν αποφάσεις που προκάλεσαν έντονη συζήτηση. Ο ίδιος πίστευε πως πλησίαζε στο μεγάλο του όνειρο: ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.

Πούλησε το αυτοκίνητό του για το Μουντιάλ

Όταν ενημερώθηκε ότι θα συμμετείχε στο Μουντιάλ του 2002, ξέσπασε σε κλάματα. Ήταν, όπως έλεγε, το όνειρο ολόκληρης της ζωής του. Για να παρουσιαστεί έτοιμος, προσέλαβε διατροφολόγο, καθώς ήταν εμφανώς υπέρβαρος, ενώ δούλεψε και με γυμναστή και ψυχολόγο. Για να καλύψει τα έξοδα, πούλησε ακόμη και το αυτοκίνητό του. Ήθελε ο κόσμος να μάθει ποιος ήταν ο Μπάιρον Μορένο.

Η στιγμή αυτή ήρθε στις 18 Ιουνίου 2002, στον αγώνα Ιταλία – Νότια Κορέα για τη φάση των «16». Η ατμόσφαιρα στο Νταεγιόν ήταν εκρηκτική. Δεκάδες χιλιάδες Κορεάτες στις εξέδρες και εκατομμύρια μπροστά στις τηλεοράσεις πίστευαν πως η ομάδα τους μπορούσε να επαναλάβει ένα νέο «1966», θυμίζοντας τον ιστορικό αποκλεισμό της Ιταλίας από τη Βόρεια Κορέα.

Οι Ιταλοί, με ονόματα όπως ο Τότι, ο Ντελ Πιέρο, ο Βιέρι, ο Μαλντίνι και ο Μπουφόν, θεωρητικά υπερτερούσαν ξεκάθαρα. Όμως υπήρχαν πολλές λεπτομέρειες που προκαλούσαν ανησυχία. Η Νότια Κορέα αγωνιζόταν εντός έδρας, ο πρόεδρος της ομοσπονδίας της ήταν ισχυρό στέλεχος της FIFA και ο προπονητής Γκους Χίντινκ είχε ήδη ζητήσει δημόσια έναν έμπειρο διαιτητή που θα μπορούσε να «δει τα φάουλ που οι Ιταλοί ξέρουν να κρύβουν».

Αυτό που ακολούθησε έμεινε στην ιστορία. Ο Μορένο καταλόγισε πέναλτι υπέρ της Κορέας για μαρκάρισμα του Πανούτσι, όμως ο Μπουφόν απέκρουσε την εκτέλεση του Αν Γιουνγκ-Χουάν. Η διαχείριση των καρτών ήταν χαοτική και οι Κορεάτες είχαν μεγάλη ελευθερία στο σκληρό παιχνίδι απέναντι στον Τότι.

Στην παράταση ήρθε η κορύφωση της έντασης. Ο Μορένο απέβαλε τον Τότι με δεύτερη κίτρινη κάρτα για υποτιθέμενο θέατρο, απόφαση που προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις. Λίγο αργότερα ακυρώθηκε το γκολ του Τομάζι, που θα έδινε την πρόκριση στην Ιταλία, έπειτα από υπόδειξη οφσάιντ του βοηθού του, Χόρχε Ραταλίνο. Η απόφαση θεωρήθηκε εξαιρετικά αμφισβητούμενη.

Λίγα λεπτά πριν το τέλος, ο Αν Γιουνγκ-Χουάν σκόραρε το «χρυσό γκολ» και η Ιταλία αποκλείστηκε. Η οργή ήταν τεράστια. Ο Τραπατόνι ξέσπασε στον πάγκο, ο Τότι μίλησε δημόσια για μία αποβολή από απόσταση 45 μέτρων, ενώ ο Μπουφόν φώναζε στον Μορένο να «ανοίξει τα μάτια του». Για πολλούς στην Ιταλία, εκείνο το βράδυ δεν ήταν απλώς μια κακή διαιτησία, αλλά ένα πραγματικό σκάνδαλο.

Ο Μορένο έφυγε από το γήπεδο αργά τη νύχτα, υπό ισχυρή αστυνομική προστασία. Παρέμεινε κλεισμένος στα αποδυτήρια μέχρι τη μία μετά τα μεσάνυχτα και στη συνέχεια συνοδεύτηκε εκτός σταδίου από δεκάδες αστυνομικούς. Η αποστολή του στο Μουντιάλ είχε ουσιαστικά τελειώσει εκεί.

Η φήμη του εκτοξεύτηκε παγκοσμίως, αλλά όχι με τον τρόπο που ίσως φανταζόταν. Στην Ιταλία έγινε σύμβολο αδικίας, ενώ στο Εκουαδόρ συνέχισε να προκαλεί αντιδράσεις. Σε αγώνα πρωταθλήματος ανάμεσα στη LDU Κίτο και τη Μπαρτσελόνα Γουαγιακίλ, έδωσε έξι λεπτά καθυστερήσεων και τελικά άφησε το παιχνίδι να φτάσει στα 13, επιτρέποντας την ισοφάριση και στη συνέχεια την ανατροπή με αποφάσεις που προκάλεσαν νέο σάλο.

Η πειθαρχική επιτροπή τον τιμώρησε με αποκλεισμό 20 αγωνιστικών και άνοιξε έρευνα. Ο ίδιος παραδέχθηκε λάθη, αλλά υποστήριξε πως δεν ήταν δίκαιο να κρίνεται ολόκληρη η καριέρα του από ένα μόνο παιχνίδι.

Στην Ιταλία μάλιστα προσκλήθηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές, όπου δεν δίστασε να υπερασπιστεί τις αποφάσεις του. Είχε δηλώσει πως το λάθος δεν ήταν δικό του αλλά της Ιταλίας και του Τραπατόνι, λέγοντας πως «στο ποδόσφαιρο πρέπει να βάζεις γκολ για να κερδίσεις».

Η κατάρρευση: Ναρκωτικά, χρέη και οικογενειακή τραγωδία

Ωστόσο, τα πραγματικά προβλήματα ήρθαν αργότερα. Η προσωπική του ζωή κλονίστηκε, το οικονομικό βάρος μεγάλωσε και τα χρέη άρχισαν να τον πιέζουν ασφυκτικά. Είχε ήδη χάσει τον γιο που τόσο περίμενε (μόλις οκτώ μηνών εξαιτίας σοβαρής καρδιακής δυσπλασίας), ενώ και ο γάμος του δεν άντεξε.

Το 2010 συνελήφθη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταξίδευε προς τη Νέα Υόρκη όταν οι αρχές τον σταμάτησαν έπειτα από ειδοποίηση. Κατά τον έλεγχο βρέθηκαν πάνω του αρκετά κιλά ηρωίνης, κρυμμένα σε πλαστικές συσκευασίες κολλημένες στο σώμα του με ταινία, ακόμη και μέσα στα ρούχα του. Ο ίδιος είχε αρνηθεί αρχικά τον έλεγχο, επικαλούμενος πρόσφατη λιποαναρρόφηση.

Η υπόθεση προκάλεσε διεθνές σοκ. Η FIFA έσπευσε να διευκρινίσει πως η σύλληψη του Μορένο δεν είχε καμία σχέση με το ποδόσφαιρο. Στο δικαστήριο του Μπρούκλιν αντιμετώπιζε ποινή έως και 20 ετών φυλάκισης, όμως τελικά καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρκετών ετών και πέρασε σημαντικό διάστημα σε ομοσπονδιακή φυλακή.

Μετά την αποφυλάκισή του επέστρεψε στο Εκουαδόρ, όπου βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με κατηγορίες, αυτή τη φορά για φορολογικά ζητήματα. Μακριά πλέον από τα μεγάλα γήπεδα, συνέχισε να εμφανίζεται μόνο σε ερασιτεχνικά πρωταθλήματα.

Σε έναν τέτοιο αγώνα, χρόνια αργότερα, δέχθηκε επίθεση από ποδοσφαιριστή αμέσως μετά τη λήξη. Όμως περισσότερο από τη γροθιά, τον πλήγωσαν τα λόγια που άκουσε: «Δεν είσαι διαιτητής, δεν ξέρεις καν πώς γίνεται».

Ίσως αυτή η φράση να συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την ιστορία του Μπάιρον Μορένο. Από το όνειρο της παγκόσμιας αναγνώρισης μέχρι τη φυλακή και την οριστική πτώση, η ζωή του έγινε ένα από τα πιο σκοτεινά και αμφιλεγόμενα κεφάλαια στην ιστορία της παγκόσμιας διαιτησίας.