Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Calciopoli: Το σκάνδαλο που συγκλόνισε το ιταλικό ποδόσφαιρο και ανέτρεψε την πυραμίδα εξουσίας της Serie A

Τι ήταν και πώς κατέληξε το Calciopoli στην Ιταλία, που υπήρξε το σκάνδαλο των σκανδάλων και συντάραξε το ποδόσφαιρο της χώρας.

Στο ιταλικό ποδόσφαιρο υπήρξε ανέκαθεν μία κουβέντα για τους διαιτητές. Κατηγορίες για εξαγορά και για πιέσεις διατυπώνονταν συχνά, χωρίς όμως μέχρι το 2006 να έχουν καταγραφεί τελεσίδικες καταδίκες για διαφθορά. Το αδίκημα της αθλητικής απάτης εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη μόλις το 1989 και ενώ χαρακτηριστικά, στο σκάνδαλο των στοιχημάτων του 1980, όλοι οι κατηγορούμενοι ποδοσφαιριστές αθωώθηκαν λόγω μη ύπαρξης σχετικού αδικήματος.

Δώρα και πρακτικές πριν το 2006

Το 1974, ο διαιτητής Γκίνο Μενικούτσι κατήγγειλε απόπειρα δωροδοκίας, υποστηρίζοντας ότι η Φότζια είχε προσφέρει ακριβά ρολόγια σε εκείνον και τους βοηθούς του για να επηρεαστεί ένας αγώνας με τη Μίλαν. Η υπόθεση οδήγησε σε ποινή αφαίρεσης έξι βαθμών και υποβιβασμό της Φότζια στη Serie B.

Σε μεταγενέστερη περίοδο, ήτοι στις αρχές της δεκαετίας του 2000, προκάλεσαν αίσθηση τα δώρα του τότε προέδρου της Ρόμα, Φράνκο Σένσι, προς διαιτητές και τους παρατηρητές. Σύμφωνα με αναφορές της σεζόν 2002-2003, προσφέρονταν ρολόγια διαφορετικής αξίας ανά κατηγορία: χρυσά για τους υπεύθυνους ορισμών, ατσάλινα για διαιτητές και Patek Philippe για βοηθούς. Παρότι η πρακτική αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, τόσο ο Σένσι όσο και η Ρόμα απαλλάχθηκαν σε κάθε επίπεδο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο είχαν υπάρξει και άλλες καταγγελίες, όπως αναφορές για συνοδούς πολυτελείας σε διαιτητές ή άλλου τύπου παροχές στο Τορίνο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, και υπό τη διοικητική παρουσία του Λουτσιάνο Μότζι. Οι υποθέσεις αυτές δεν κατέληξαν σε κυρώσεις από την UEFA.

Το Calciopoli

Την άνοιξη του 2006 ξέσπασε το Calciopoli, το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου. Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Λουτσιάνο Μότζι, τότε γενικός διευθυντής της Γιουβέντους, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι είχε συγκροτήσει ένα εκτεταμένο σύστημα επιρροής των διαιτητικών ορισμών.

Ο Μότζι δικάστηκε τόσο από αθλητικά όσο και από ποινικά δικαστήρια. Η αθλητική δικαιοσύνη επέβαλε βαριές ποινές, μεταξύ των οποίων και υποβιβασμό της Γιουβέντους στη Serie B και αφαίρεση δύο πρωταθλημάτων. Στο ποινικό σκέλος, αρκετές κατηγορίες κατέπεσαν ή ανετράπησαν λόγω παραγραφής ή έλλειψης στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης και της κατηγορίας για εγκληματική οργάνωση.

Εκτός της Γιουβέντους, ποινές επιβλήθηκαν σε Φιορεντίνα, Λάτσιο, Ρετζίνα και άλλους συλλόγους. Σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις, το σύστημα του Μότζι περιλάμβανε επαφές με τους υπεύθυνους ορισμών (Μπέργκαμο και Παϊρέτο), χρήση ξένων καρτών SIM για αποφυγή παρακολουθήσεων και επιρροή και σε ένα κομμάτι του αθλητικού και δημοσιογραφικού περιβάλλοντος.

Δικαστικές διαπιστώσεις

Στις αιτιολογίες της απόφασης του Ακυρωτικού Δικαστηρίου επισημαίνεται ότι αποκαλύφθηκε ένα «υπόγειο σύστημα» με έντονη βλάβη προς στο συνολικό οικοδόμημα του ποδοσφαίρου, το οποίο έφτασε να κλονίσει τη δομή του ίδιου του αθλήματος. Παράλληλα, γίνεται λόγος για ένα δίκτυο επιρροής που εκτεινόταν πέρα από τους διαιτητές, αγγίζοντας μέσα ενημέρωσης και παράγοντες, με δυνατότητα επηρεασμού αποφάσεων που επηρέαζαν και αγώνες και συλλόγους. Η αθλητική δικαιοσύνη ερμήνευσε το σύστημα ως οργανωμένη προσπάθεια επηρεασμού διαιτητικών ορισμών και με πλήρη γνώση των εμπλεκομένων.

Μεταγενέστερες εξελίξεις

Το 2011, η Ομοσπονδιακή εισαγγελία έκλεισε λόγω παραγραφής έρευνα που αφορούσε και την Ίντερ, βασιζόμενη σε τηλεφωνικές συνομιλίες που είχαν προκύψει στο πλαίσιο της υπόθεσης και χωρίς να επιβληθούν κυρώσεις.