Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Τζόαν Ντίντιον: H «Αν Γουίντουρ των Γραμμάτων» -Η μυθική ζωή, η μόδα, τα βιβλία, η οικογενειακή τραγωδία της

Διαβάσαμε το συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό βιβλίο της Joan Didion «Η χρονιά της μαγικής σκέψης».

Η δημοσιογράφος της Vogue, συγγραφέας και σεναριογράφος του Χόλιγουντ, Τζόαν Ντίντιον (1934-2021), εμβληματική φιγούρα των αμερικανικών Γραμμάτων, καταγράφει στα βιβλία της «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» και «Μπλε νύχτες», τη διπλή τραγωδία της ζωής της: την απώλεια του συζύγου και της κόρης της που βίωσε μέσα σε δύο μόλις χρόνια.

Η Joan Didion (δεξιά) με τον σύζυγό της John Gregory Dunne και την κόρη τους Quintana Roo Dunne, στο σπίτι τους στη θρυλική εξοχική τους βίλα στο Μαλιμπού το 1976 / Φωτογραφία: John Bryson/Getty Images

Η Joan Didion (δεξιά) με τον σύζυγό της John Gregory Dunne και την κόρη τους Quintana Roo Dunne, στο σπίτι τους στη θρυλική εξοχική τους βίλα στο Μαλιμπού το 1976 / Φωτογραφία: John Bryson/Getty Images

Υπήρξε η πιο διάσημη πένα της Vogue και του Life στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα αλλά και ένα από τα πιο προβεβλημένα fashion icon της Αμερικής. To minimal στυλ της ενέπνευσε άπειρα editorial μόδας στα μεγαλύτερα περιοδικά μόδας του κόσμου.

Η Joan Didion φωτογραφημένη με το σπορ iconic αυτοκίνητό της, σε μια από τις πιο διάσημες fashionable πόζες της που έχουν γράψει ιστορία.

Τα βιβλία της θεωρούνται εμβληματικά, καθώς απεικονίζουν την πραγματικότητα στη Νέα Υόρκη και την Καλιφόρνια τις δεκαετίες ανάμεσα στο 1960 και το 2010. Η ζωή της έγινε ντοκιμαντέρ από το Netflix. Οι δημόσιες ομιλίες της προκαλούσαν πάντα φρενίτιδα στο κοινό, έχοντας εκατομμύρια φαν σε όλο τον κόσμο. Ενώ στα 81 της χρόνια, έξι μόλις χρόνια πριν πεθάνει, ήταν το πρόσωπο στην καμπάνια του οίκου Céline, κάνοντας τα social media να παραμιλούν με το απαράμιλλο στυλ της. 

Η Joan Didion σε ηλικία 81 ετών επιλέχθηκε το 2015 ως πρόσωπο της καμπάνιας του οίκου μόδας Céline. Φωτογραφήθηκε από τον Juergen Teller / Courtesy of Céline

Η Joan Didion σε ηλικία 81 ετών επιλέχθηκε το 2015 ως πρόσωπο της καμπάνιας του οίκου μόδας Céline. Φωτογραφήθηκε από τον Juergen Teller / Courtesy of Céline

Εκπρόσωπος της Νέας Δημοσιογραφίας, εφάμιλλη του Τρούμαν Καπότε και του Γκορ Βιντάλ, η Τζόαν Ντίντιον έδωσε με την πένα της μια προσωπική ματιά στην επικαιρότητα του μεταπολεμικού κόσμου, παντρεύοντας με το δικό της φίλτρο την πολιτική, τη μόδα, τη λογοτεχνία, αγγίζοντας ολόκληρη την ομπρέλα της θεματολογίας που αφορά έναν σύγχρονο άνθρωπο: από το lifestyle μέχρι τις πιο πραγματιστικές πτυχές της ζωής, όπως μια σημαντική για την σύγχρονη Ιστορία εκλογική αναμέτρηση ή ένα έγκλημα που συνταράσσει την κοινωνία (τα ρεπορτάζ της για τη φονική δράση του Τσαρλς Μάνσον, ενός από τους πιο άγριους σίριαλ κίλερ της Αμερικής, διδάσκονται στα πανεπιστήμια). 

H Joan Didion παρέμεινε style icon μέχρι το θάνατό της το 2021.

Ως συγγραφέας, η γεννημένη το 1934 στην Καλιφόρνια Τζόαν Ντίντιον, η οποία έζησε όλη της τη ζωή μεταξύ Μαλιμπού και Νέας Υόρκης, έγραψε και μυθιστορήματα και δοκίμια, αποσπώντας και για τα δύο είδη πλήθος βραβείων: Το 2005 τιμήθηκε με το National Book Award στην κατηγορία Non Fiction και το 2007 με το μετάλλιο του National Book Foundation για το σύνολο της προσφοράς της στα αμερικανικά γράμματα.

Η διπλή απώλεια της Τζόαν Ντίντιον: Έχασε σύζυγο και κόρη μέσα σε δύο χρόνια

Στο πιο διάσημο βιβλίο της, το εμβληματικό αυτοβιογραφικό «Η χρονιά της μαγικής σκέψης», που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε εξαιρετική μετάφραση από τη Μυρσίνη Γκανά, η σπουδαία Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος καταγράφει όλη την πορεία του πένθους που βίωσε από την απώλεια του συζύγου της, την ώρα που η κόρη τους βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση με πνευμονία και σηπτικό σοκ σε μονάδα εντατικής θεραπείας, πριν καταλήξει και αυτή δυο χρόνια μετά, βυθίζοντας την Τζόαν Ντίντιον σε ένα διπλό πένθος.

Η Joan Didion φωτογραφημένη στις φυλακές Alcatraz Prison το 1963 / Φωτογραφία: © Ted Streshinsky/CORBIS/Corbis via Getty Images

Η Joan Didion φωτογραφημένη στις φυλακές Alcatraz Prison το 1963 / Φωτογραφία: © Ted Streshinsky/CORBIS/Corbis via Getty Images

«Κάθεσαι να φας για βράδυ και η ζωή όπως την ξέρεις τελειώνει», γράφει η ίδια. Με αυτή την πρώτη φράση του βιβλίου της η Ντίντιον δίνει το τέμπο για όσα ακολουθούν στο εμβληματικό αυτοβιογραφικό της δοκίμιο, το memoir-μαρτυρία για το πένθος το οποίο συστήνουν ψυχολόγοι και ψυχίατροι σε όλο τον κόσμο σε ανθρώπους που έχουν βιώσει μια σημαντική γι’ αυτούς απώλεια.

Η Ντίντιον έγραψε το βιβλίο αυτό ογδόντα οκτώ ημέρες αφότου ο επί σαράντα χρόνια σύζυγός της, ο δημοσιογράφος του περιοδικού Τime και σεναριογράφος Tζον-Γκρέγκορι Νταν, πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο διαμέρισμά τους, καταγράφοντας όλα τα στάδια του πένθους που βίωσε η ίδια μετά το συμβάν: από το σοκ και την άρνηση, τις ενοχές, τη ροπή στην ουτοπία, μέχρι τη διαπραγμάτευση και την αποδοχή («Ο χρόνος είναι το σχολείο στο οποίο μαθαίνουμε»). 

Το βιβλίο «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» της Joan Didion κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά.

Το βιβλίο «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» της Joan Didion κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά.

Η Τζόαν και ο Τζον είχαν μόλις επιστρέψει επιστρέψει από το νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν με πνευμονία, σε κωματώδη κατάσταση, η υιοθετημένη κόρη τους Κιντάνα, και είχαν καθίσει να δειπνήσουν στην τραπεζαρία του θρυλικού, μποέμ νεοϋορκέζικου σπιτιού τους, πλάι στο αναμμένο τζάκι, προπαραμονή πρωτοχρονιάς του 2003. Ο Tζον τρώγοντας και μιλώντας με την Τζόαν, σταμάτησε ξαφνικά να ανταποκρίνεται, αφήνοντας τη φράση του μετέωρη και κοιτώντας το κενό, λίγο πριν πέσει από την καρέκλα στο πάτωμα. Οι διασώστες προσπάθησαν να τον επαναφέρουν στη ζωή, αλλά είχαν περάσει τα οκτώ πρώτα κρίσιμα λεπτά όπου η ανάνηψη με απινιδωτή μπορούσε να καταστεί εφικτή. Ο θάνατος, όπως διαπιστώθηκε αργότερα στο νοσοκομείο και επιβεβαιώθηκε από τη νεκροψία, ήταν ακαριαίος. 

Η Τζόαν Ντίντιον, στο διάστημα που ακολούθησε και αφού είχε μόλις περάσει το σοκ άρχισε να κάνει αυτό που έκανε ολόκληρη τη ζωή της: να καταγράφει λεπτομερώς τα πάντα -σκέψεις, διαβάσματα, συζητήσεις, συναισθήματα- σχετικά με το πένθος της. Μελέτες, επιστημονικά άρθρα, στατιστικές – μια ολόκληρη βιβλιογραφία για το πένθος έγινε το μόνο όπλο που είχε στη διάθεσή της η Ντίντιον για να κατανοήσει έστω και λίγο όλο αυτό το πράγμα που της συνέβη ξαφνικά και άλλαξε τη ζωή της για πάντα, σε μια μόνο στιγμή. 

Αφιέρωμα της αμερικανικής έκδοσης του περιοδικού Vogue, στο τεύχος Οκτωβρίου του 1972, στo σπίτι της Joan Didion.

Αφιέρωμα της αμερικανικής έκδοσης του περιοδικού Vogue, στο τεύχος Οκτωβρίου του 1972, στo σπίτι της Joan Didion.

«Είμαστε ατελή θνητά όντα με επίγνωση της θνητότητάς μας, ακόμα κι αν την αποδιώχνουμε, η ίδια μας η πολυπλοκότητα μας απογοητεύει, πλασμένοι έτσι που, όταν πενθούμε για τις απώλειές μας, πενθούμε, θέλοντας και μη, και για τον εαυτό μας. Για το πώς ήμασταν. Για το πώς δεν είμαστε πια. Για το ότι κάποια μέρα δε θα είμαστε καθόλου», γράφει χαρακτηριστικά η ίδια. 

Το μετατραυματικό στρες από την ξαφνική απώλεια, τα κύματα της θλίψης, οι υπαρξιακές αναζητήσεις, το άχθος της ματαιότητας που επιφέρει η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, η προσπάθεια κατανόησης, οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή στις οποίες έπρεπε να προσαρμοστεί, τα διαδικαστικά, η γραφειοκρατία, η μοναξιά, ο φόβος, η αγωνία και φυσικά το ζόρι από την παράλληλη νοσηλεία της κόρης της, η οποία τελικά έχασε κι αυτή τη μάχη δυο χρόνια μετά σε ηλικία 39 ετών – όλα καταγράφονται με τρόπο ουδέτερο, δημοσιογραφικό, αποστασιοποιημένο, σαν ρεπορτάζ που αφορά κάποιον τρίτο. Δεν υπάρχει η ψυχρότητα ενός ρεπορτάζ που απλώς καταθέτει τα γεγονότα όπως συνέβησαν, αλλά μια σωματοποιημένη δημοσιογραφική εμπειρία που έχει βάλει τον δημοσιογράφο και το φακό του μέσα στο συμβάν που καταγράφει. Η Ντίντιον, ως μία από τις πιο διάσημες εκπροσώπους της Νέας Δημοσιογραφίας, υπηρέτησε το εμπειρικό ρεπορτάζ: ερευνώντας τα θέματά της μέσα από το δικό της βίωμα. Στην ίδια λογική με τη γραφή του Τρούμαν Καπότε, του Νόρμαν Μέιλερ και του Τομ Γουλφ, η Ντίντιον ό,τι κι αν έγραφε το είχε βιώσει, παραθέτοντας τα συμβάντα μέσα από το προσωπικό της φίλτρο. 

«Το πένθος αποδεικνύεται ένας τόπος που κανείς μας δε γνωρίζει μέχρι να βρεθεί εκεί»

Στο απόσπασμα που ακολουθεί η Τζόαν Ντίντιον, με την εξαιρετική πένα της, κάνει μια τομή στα πολύπλοκα συναισθήματα που βιώνει κάποιος που πενθεί, ξεκαθαρίζοντας κάτι πολύ σημαντικό. Το πένθος που βιώνουμε οι άνθρωποι όταν χάσουμε κάποιον αγαπημένο, είναι ολότελα διαφορετικό από όλα όσα έχουμε φανταστεί ότι είναι το πένθος. «Το πένθος αποδεικνύεται ένας τόπος που κανείς μας δε γνωρίζει μέχρι να βρεθεί εκεί». Ένας τόπος γεμάτος αντιφάσεις, που τον χτυπούν κατά κύματα διαφόρων ειδών συναισθήματα: από απόγνωση και φόβο του αγνώστου, μέχρι θυμό, νοσταλγία, άρνηση, αποδοχή κτλ. Κυρίως όμως, εκτός από πόνος για την απουσία του άλλου, πόνος που λειαίνεται με το πέρας του χρόνου, το πένθος είναι μια υπαρξιακή γνώση: ο άνθρωπος πενθώντας κατακτά μια ολιστική αντίληψη του τι σημαίνει ζωή. Ίσως γι΄ αυτό η Ντιντίον όταν τη ρώτησαν κάποτε τι σημαίνει πένθος απάντησε με μια μόνο λέξη: «Κενό». Ο άνθρωπος μέσα στο πένθος δεν παλεύει μόνο με την έλλειψη του αγαπημένου, παλεύει με το κενό νοήματος και την υπαρξιακή αγωνία που του κληροδοτεί η απώλειά του. 

«Περιμένουμε (γνωρίζουμε) ότι κάποιος δικός μας άνθρωπος μπορεί να πεθάνει, όμως δεν μπορούμε να σκεφτούμε πέρα από τις λίγες ημέρες ή εβδομάδες που θα ακολουθήσουν έναν τέτοιο υποθετικό θάνατο. Δεν αντιλαμβανόμαστε σωστά ούτε καν τη φύση αυτών των λίγων ημερών ή εβδομάδων. Περιμένουμε ίσως πως, αν ο θάνατος είναι αιφνίδιος, θα νιώσουμε σοκ. Δεν περιμένουμε αυτό το σοκ να είναι εκμηδενιστικό, να καταλύει σώμα και νου. Θεωρούμε ίσως πως δεν θα μπορούμε να σηκωθούμε από το κρεβάτι, απαρηγόρητοι, τρελαμένοι από τον πόνο. Δεν περιμένουμε ότι θα είμαστε κυριολεκτικά τρελοί, ψύχραιμες πελάτισσες που πιστεύουν πως ο άντρας τους όπου να ‘ναι θα επιστρέψει και θα χρειαστεί τα παπούτσια του. Στην εκδοχή του πένθους που πλάθουμε στο μυαλό μας, το μοντέλο που σκεφτόμαστε ότι ακολουθούμε είναι η “ίαση”. Θα υπάρξει τελικά μια διαρκής πρόοδος. Οι χειρότερες μέρες θα είναι οι πρώτες μέρες. Φανταζόμαστε πως η στιγμή της μεγαλύτερης δοκιμασίας θα είναι η κηδεία, κι έπειτα θα ξεκινήσει αυτή η υποτιθέμενη ίαση. Όταν σκεφτόμαστε την κηδεία, αναρωτιόμαστε αν θα καταφέρουμε “να τα βγάλουμε πέρα”,αν θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αν θα δείξουμε τη “δύναμη” που σταθερά θεωρείται η πρέπουσα αντίδραση απέναντι στο θάνατο. Φανταζόμαστε ότι θα πρέπει να θωρακιστούμε, να είμαστε έτοιμοι γι΄ αυτή τη στιγμή: θα καταφέρω να χαιρετήσω τον κόσμο, θα καταφέρω να φύγω από κει, θα καταφέρω να ντυθώ έστω εκείνη τη μέρα; Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως η ίδια η κηδεία θα είναι καταπραϋντική, σχεδόν σαν να είμαστε ναρκωμένοι, τυλιγμένοι στο κουκούλι της φροντίδας των άλλων και του βάρους του νοήματος της περίστασης. Και ούτε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από πριν (κι εδώ έγκειται η ουσία της απόκλισης ανάμεσα στο πένθος όπως το φανταζόμαστε και στο πένθος όπως είναι) την ατελεύτητη απουσία που ακολουθεί, το κενό, το εντελώς αντίθετο του νοήματος, την αδυσώπητη διαδοχή στιγμών όπου θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την εμπειρία της ολοκληρωτικής απουσίας νοήματος».

*Το βιβλίο «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και το βιβλίο «Μπλε νύχτες» ετοιμάζεται από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο