Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Η διακοπή της κύησης είναι αξιόποινη πράξη ή θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα; Καθηγήτρια της Νομικής εξηγεί

Είναι η διακοπή της κύησης αξιόποινη πράξη ή θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της γυναίκας; Μπορεί ένας γιατρός να αρνηθεί να πραγματοποιήσει άμβλωση για λόγους συνείδησης; Τι προβλέπει η ευρωπαϊκή νομολογία και πώς διαμορφώθηκε το νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα; Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνει η ομότιμη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και πρώτη διευθύντρια του Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής, Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή επετειακό διεθνές συνέδριο για τα δέκα χρόνια λειτουργίας του Εργαστηρίου, το οποίο διοργανώνεται προς τιμήν της.

Το συνέδριο έχει θέμα «Το δίκαιο ως εργαλείο ελέγχου της αναπαραγωγής» και διεξάγεται στις 13-14 Μαρτίου στην αίθουσα «Κωνσταντόπουλος» της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

Αξιόποινη πράξη ή θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα;

Η διακοπή της κύησης, όπως εξηγεί η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, είναι αξιόποινη πράξη μόνον όταν τελείται από τρίτους μη ειδικούς εκτός του χρονικού πλαισίου που προβλέπει ο νόμος. Ο νόμος θεωρεί δικαιολογημένη τη διακοπή κύησης όταν γίνεται από γιατρό, σε νοσοκομείο με αναισθησιολόγο, εντός των προβλεπόμενων συγκεκριμένων χρονικών ορίων. Η διακοπή της κύησης, όσον αφορά τη γυναίκα, δεν συνιστά αξιόποινη πράξη. «Η γυναίκα δεν τιμωρείται ποινικά για τη διακοπή της κύησης, καθώς πρόκειται για πράξη αυτοπροσβολής. Η διακοπή της κύησης είναι ταυτόχρονα ένα θεμελιώδες δικαίωμα της γυναίκας να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει για την εγκυμοσύνη της και να έχει πρόσβαση σε νόμιμη και δωρεάν διακοπή της κύησης», αναφέρει η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου.

Το δικαίωμα άρνησης των γιατρών

Αναφερόμενη σε περιπτώσεις νοσοκομειακών γιατρών που αρνούνται να πραγματοποιήσουν διακοπή κύησης για λόγους συνείδησης, επισημαίνει ότι κάτι τέτοιο προβλέπεται από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας. «Ο νόμος προβλέπει, όχι μόνο για τη διακοπή της κύησης αλλά γενικά, ότι ο κάθε γιατρός δικαιούται να πει ότι δεν αναλαμβάνει να κάνει μια επέμβαση με την οποία διαφωνεί για ηθικούς ή θρησκευτικούς λόγους», εξηγεί η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, προσθέτοντας ότι αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει κάποιος άλλος ο οποίος μπορεί να αναλάβει την επέμβαση, ώστε να μην εμποδίζεται η άσκηση του δικαιώματος της γυναίκας.

Η ευρωπαϊκή νομολογία

Η συζήτηση για περιορισμούς στη διακοπή της κύησης αναζωπυρώθηκε διεθνώς, μετά από πρόσφατες εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Συνταγματικό Δικαστήριο ανέτρεψε την παλαιότερη φιλελεύθερη νομολογία. Στην Ευρώπη, ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι μια πλήρης απαγόρευση της διακοπής της κύησης παραβιάζει το δικαίωμα της γυναίκας στην ιδιωτική ζωή, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Για τον λόγο αυτό, όπως σημειώνει η καθηγήτρια, το Δικαστήριο έχει καταδικάσει την Πολωνία τα τελευταία χρόνια, κρίνοντας ότι τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν τη δυνατότητα πρόσβασης των γυναικών σε νόμιμη διακοπή κύησης, ώστε να μην παραβιάζεται το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή.

Η εξέλιξη της νομοθεσίας στην Ελλάδα

Η σημερινή νομοθεσία διαμορφώθηκε σταδιακά. Από το 1950 έως το 1978 η διακοπή της κύησης επιτρεπόταν μόνο σε περιπτώσεις βιασμού, έως και την 40ή εβδομάδα, ή όταν κινδύνευε η ζωή της γυναίκας. Το 1978 προστέθηκε η λεγόμενη ευγονική ένδειξη, δηλαδή η δυνατότητα διακοπής της κύησης, όταν το έμβρυο πάσχει από σοβαρή ασθένεια.

Όπως σημειώνει η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, το 1986 θεσπίστηκε η δυνατότητα δωρεάν διακοπής της κύησης έως τη 12η εβδομάδα χωρίς άλλη προϋπόθεση, εφόσον γίνεται σε νοσοκομείο και υπό τις προβλεπόμενες ιατρικές συνθήκες. «Αυτό έγινε για να υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες υγιεινής, ώστε να μην κινδυνεύει η ζωή και η υγεία της γυναίκας», αναφέρει, προσθέτοντας ότι σήμερα στα νοσοκομεία η διακοπή της κύησης γίνεται νόμιμα, ελεύθερα και δωρεάν εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίου, που είναι μέχρι τη 12η εβδομάδα.

«Εάν, για παράδειγμα, μια γυναίκα χωρίς ιδιαίτερο λόγο θελήσει να διακόψει την κύηση την 20ή εβδομάδα, αυτό δεν επιτρέπεται. Ο γιατρός που θα επιλέξει να πραγματοποιήσει διακοπή της κύησης την 20ή εβδομάδα θα τιμωρηθεί. Αυτό είναι πλημμέλημα. Σήμερα, στην Ελλάδα τιμωρείται και η γυναίκα όταν η διακοπή γίνεται, χωρίς λόγο, μετά την 24η εβδομάδα, ενώ σε άλλες χώρες τιμωρείται γενικώς», αναφέρει η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου.

Προσθέτει ακόμη ότι υπήρχε ένα πρόβλημα μέχρι πρόσφατα. «Στον παλαιό Ποινικό Κώδικα δινόταν η δυνατότητα διακοπής της κύησης, όταν το κυοφορούμενο παιδί πάσχει από κάποιο σοβαρό νόσημα, μέχρι την 24η εβδομάδα της κύησης. Δυστυχώς, πολλά σοβαρά νοσήματα ανακαλύπτονταν αργότερα, δηλαδή μετά την 24η εβδομάδα, και δεν υπήρχε τρόπος να αποδειχθούν νωρίτερα. Εκεί υπήρχε ένα αδιέξοδο, διότι οι γιατροί είτε έπρεπε να πουν ψέματα ότι δήθεν κινδύνευε η ζωή της γυναίκας είτε να παραβιάσουν τον νόμο, κάτι που δεν ήθελαν να κάνουν. Κάποιες γυναίκες αναγκάζονταν να πηγαίνουν σε χώρες όπου επιτρεπόταν η διακοπή μέχρι το τέλος της κύησης. Για παράδειγμα, στην Αυστρία επιτρεπόταν και επιτρέπεται μέχρι σήμερα μέχρι το τέλος της κύησης η διακοπή για ευγονικούς λόγους. Στην Ελλάδα, από το 2019 και μετά, υιοθετήσαμε το δίκαιο της Αυστρίας και μπορεί να γίνει διακοπή της κύησης, εφόσον αποδειχθούν σοβαρά προβλήματα του παιδιού, μέχρι και το τέλος της κύησης, δηλαδή έως την 40ή εβδομάδα», προσθέτει.

Τα νέα ζητήματα της βιοηθικής

Σύμφωνα με την κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, η εξέλιξη της ιατρικής τεχνολογίας έχει δημιουργήσει νέα ζητήματα που απασχολούν το δίκαιο, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση, η παρένθετη μητρότητα και η διαχείριση γενετικού υλικού.

Η ελληνική νομοθεσία επιτρέπει τη μεταθανάτια γονιμοποίηση υπό προϋποθέσεις. Όπως επισημαίνει η κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, τα γονιμοποιημένα ωάρια που φυλάσσονται σε εργαστήρια θεωρούνται νομικά αντικείμενα, επί των οποίων έχουν δικαιώματα και οι δύο σύζυγοι και μπορούν να αποφασίσουν για την τύχη τους, είτε για χρήση στην τεκνοποίηση είτε για δωρεά στην επιστημονική έρευνα ή να ζητήσουν την καταστροφή τους. Σε περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου, ο άλλος μπορεί να αποφασίσει για τη χρήση τους, σύμφωνα πάντα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.