Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Το θρίλερ της εθνικής Ιράν: Από την άρνηση στον ύμνο και τις απειλές, στην απόδραση παικτριών και το άσυλο στην Αυστραλία

Η απουσία τους έγινε αμέσως αντιληπτή στο δείπνο. Μέλη της ιρανικής αποστολής και της ασφάλειας κινούνταν βιαστικά στο λόμπι του πολυτελούς ξενοδοχείου της ομάδας στη Γκολντ Κόουστ, περνώντας ανάμεσα από διαδηλωτές, παίκτριες και ανήσυχους επισκέπτες, αναζητώντας πέντε μέλη της αποστολής που είχαν εξαφανιστεί: την αρχηγό Ζάχρα Γκανμπάρι, τη Φατεμέχ Πασαντιντέχ, τη Ζάχρα Σαρμπαλί, την Ατέφε Ραμαζανζαντέχ και τη Μόνα Χαμουντί.

«Θα επιστρέψουν», διαβεβαίωνε ένα υψηλόβαθμο μέλος της ιρανικής αποστολής τις υπόλοιπες παίκτριες. «Η αστυνομία θα τις φέρει πίσω».

Στην πραγματικότητα, όμως, η αυστραλιανή αστυνομία είχε ήδη διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο να φύγουν. Λιγότερο από μία ώρα νωρίτερα, αστυνομικοί είχαν φτάσει στο ξενοδοχείο RACV Royal Pines, ολοκληρώνοντας μια επιχείρηση για τη μεταφορά των πέντε παικτριών σε ασφαλή κυβερνητική τοποθεσία.

Οι πέντε παίκτριες πήραν την απόφαση να εγκαταλείψουν την αποστολή μέσα στο 24ωρο που ακολούθησε τον τελευταίο αγώνα του Ιράν στο AFC Women’s Asian Cup, την ήττα με 2-0 από τις Φιλιππίνες. Ήταν μια σχεδόν αδύνατη επιλογή.

Το δίλημμα των παικτριών

Αν επέστρεφαν στο Ιράν, αντιμετώπιζαν διπλό κίνδυνο: αφενός από το καθεστώς, που είχε εξοργιστεί επειδή η ομάδα δεν τραγούδησε τον εθνικό ύμνο νωρίτερα στο τουρνουά, και αφετέρου από την ίδια την κατάσταση στη χώρα, καθώς η Τεχεράνη βρίσκεται πλέον σε εμπόλεμη ζώνη, δεχόμενη επιθέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Αν όμως έμεναν στην Αυστραλία, έπρεπε να υπολογίσουν τις συνέπειες που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν οι οικογένειές τους στην πατρίδα.

«Έχουν οικογένειες», ανέφερε ένα άτομο που γνωρίζει άμεσα τα γεγονότα. «Υπάρχει φόβος ότι οι αρχές θα κατασχέσουν χρήματα από τους γονείς τους ή ότι συγγενείς τους θα κρατηθούν ως όμηροι, ώστε να αναγκαστούν να επιστρέψουν».

Στο λεωφορείο της επιστροφής από τους τελευταίους αγώνες, αρκετές παίκτριες ήταν εμφανώς αναστατωμένες. Μάλιστα, κάποιοι από τους συνοδούς φέρονται να προσπάθησαν να τραβήξουν τις κουρτίνες, ώστε να μη φαίνεται τι συμβαίνει μέσα.

Τις προηγούμενες ημέρες είχε ήδη οργανωθεί ένα πιθανό σχέδιο διαφυγής από την Αυστραλιανή Ομοσπονδιακή Αστυνομία και το υπουργείο Εσωτερικών της χώρας, με τη συνδρομή της ιρανικής κοινότητας της Αυστραλίας. Μέσω μυστικών διαύλων επικοινωνίας, κυβερνητικός εκπρόσωπος συναντήθηκε με παίκτριες σε δωμάτιο του ξενοδοχείου και τους παρουσίασε τις επιλογές που είχαν.

Λίγες ώρες μετά τα μεσάνυχτα, παρουσία του υπουργού Μετανάστευσης Τόνι Μπερκ, οι πέντε παίκτριες έλαβαν ανθρωπιστικές βίζες, οι οποίες τους δίνουν το δικαίωμα να ζουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν στην Αυστραλία.

«Οι Αυστραλοί συγκινήθηκαν από τη δοκιμασία αυτών των γενναίων γυναικών», δήλωσε την επόμενη ημέρα ο πρωθυπουργός Άντονι Αλμπανίζι. «Ετοιμαζόμασταν για αυτό εδώ και καιρό».

Πολιτικές πιέσεις και φόβος αντιποίνων

Η υπόθεση απέκτησε γρήγορα διεθνή πολιτική διάσταση. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε επικρίνει την αυστραλιανή κυβέρνηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της κατάστασης. Όταν έκανε τη σχετική ανάρτηση, όμως, οι πέντε παίκτριες είχαν ήδη μεταφερθεί σε ασφαλές σημείο. Λίγες ώρες αργότερα τηλεφώνησε στον Αυστραλό πρωθυπουργό για να συγχαρεί την κυβέρνησή του.

Το περιστατικό ανέδειξε πόσο πολιτικά φορτισμένη είχε γίνει η παρουσία της εθνικής ομάδας του Ιράν στην Αυστραλία. Οι παίκτριες είχαν φτάσει στη χώρα λίγες ημέρες πριν από τις πυραυλικές επιθέσεις που σκότωσαν τον ανώτατο ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας της χώρας. Ξαφνικά, πέρα από την προσπάθεια πρόκρισης στο Παγκόσμιο Κύπελλο, είχαν μετατραπεί και στους πιο ορατούς εκπροσώπους του καθεστώτος στο εξωτερικό.

Ολοι περιγράφουν ένα κλίμα έντονου ελέγχου και πίεσης γύρω από την ομάδα: απειλές προς τις οικογένειες των παικτριών, συνοδεία αξιωματούχων που φέρονται να συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, οικονομικές εγγυήσεις που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν οι παίκτριες, υποψίες για παρακολούθηση τηλεφώνων και αυστηρούς περιορισμούς στις μετακινήσεις τους, ακόμη και μέσα στο ξενοδοχείο.

Μετά τις αυτομολήσεις, η υπόλοιπη αποστολή παρέμεινε ουσιαστικά σε καθεστώς «κλειδώματος» στο ξενοδοχείο μέχρι την αναχώρησή της για το Σίδνεϊ και στη συνέχεια για την Κουάλα Λουμπούρ. Από εκεί αναμένεται να ταξιδέψει στην Τουρκία και τελικά να επιστρέψει στο Ιράν οδικώς.

Η ένταση είχε ήδη φανεί λίγες ημέρες νωρίτερα, όταν οι παίκτριες δεν τραγούδησαν τον εθνικό ύμνο πριν από τον πρώτο αγώνα με τη Νότια Κορέα. Η ιρανική κρατική τηλεόραση τις χαρακτήρισε τότε «προδότες σε καιρό πολέμου», με παρουσιαστή να ζητά να τιμωρηθούν αυστηρά όταν επιστρέψουν.

Στον επόμενο αγώνα με την Αυστραλία, οι παίκτριες στάθηκαν προσοχή στη βροχή, τραγουδώντας τον ύμνο, εμφανώς σοβαρές. Ήταν ένα από τα πολλά σημάδια της πίεσης που αντιμετώπιζαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τουρνουά.

Όπως ανέφερε ένας πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής του Ιράν, το καθεστώς φοβάται την επιρροή των αθλητών: «Φοβούνται το ποδόσφαιρο και όσα συμβολίζουν οι ποδοσφαιριστές».

Η αυστραλιανή κυβέρνηση συνεχίζει να φροντίζει τις έξι γυναίκες που ζήτησαν άσυλο, ενώ παράλληλα προσπαθεί να εξασφαλίσει την ασφάλεια των οικογενειών τους στο Ιράν.

Όπως παραδέχθηκε μια πηγή που συμμετείχε στη διαδικασία ασύλου: «Είναι σπαρακτικό. Όσες επιστρέφουν πηγαίνουν σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη και περίπλοκη κατάσταση».