Είδαμε την συναρπαστική πρεμιέρα του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» στη Λυρική: Ο κρότος αυτός σημαίνει θάνατο
Το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα επέστρεψε επειδή εξακολουθεί να αντέχει. Το έργο του Δημήτρη Παπαϊωάννου, γεννημένο μέσα στον φόβο και την απώλεια της δεκαετίας του AIDS, έκανε πρεμιέρα στη Λυρική, πριν ταξιδέψει στο Théâtre du Châtelet στο Παρίσι (η είδηση της ημέρας).
Δεν είναι ένα μνημείο για τους πεσόντες, αλλά μία σωματική εμπειρία πτώσης, αγάπης και συλλογικού πένθους.
Από την αρχή η αυλαία είναι ανοιχτή. Η μαύρη, θεόρατη σκάλα είναι ήδη εκεί, αποτελεί ένα ιστορικό δεδομένο: το μνημείο της πτώσης, τις απώλειας τόσων ζωών από το AIDS στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Ένα ηρώο για αυτούς τους νεκρούς. Από αυτή τη σκάλα για 40 λεπτά θα βλέπουμε σώματα -50 ερμηνευτές- να πέφτουν ξανά και ξανά, σαν να μην σταματά ποτέ αυτή η περιπέτεια του σώματος.
Κορμιά που χτυπάνε στα σκαλιά, κατρακυλούν, επώδυνα, σπαρακτικά, χωρίς κάτι να μπορεί να ανακόψει την πορεία τους. Μέχρι να πέσει το τελευταίο σώμα, να ακουστούν 49 γδούποι και μετά ο τελευταίος. Δεν είναι χορογραφία. Είναι στατιστική θανάτου από τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, ακριβώς 31 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» στο παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Φάληρο.
Τώρα βρισκόμαστε στην αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο Παπαϊωάννου ως ανασκαφέας του ίδιου του έργου, ανέσυρε το Ρέκβιεμ που συνέθεσε ο Γιώργος Κουμεντάκης, το «καθάρισε» όπως λέει ο ίδιος και με ψυχραιμία -και την συγκίνηση να παραμονεύει αλλά να προσπαθεί να την χαμηλώνει- επανέφερε το έργο για να δημιουργήσει όχι απλώς μία νέα σκηνική εμπειρία, αλλά ένα νέο βίωμα.
Τα λόγια του λιμπρέτου, βασισμένα στο «Lazarus» του Δημήτρη Καπετανάκη, είναι ο εσωτερικός παλμός. «Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο». Ο ήχος προηγείται της κατανόησης. Όπως συνέβαινε τότε: πρώτα ο φόβος, μετά η λέξη, πολύ αργότερα η γνώση. «Βοήθεια, βοήθεια… μα κανείς Υιός δε μπήκε να ψιθυρίσει αυτό που έπρεπε να ξέρω». Δεν υπάρχει λύτρωση, ούτε θεϊκή παρέμβαση. Υπάρχει μόνο η κοινότητα, «οι αδερφές μου με βρέχανε με δάκρυα», και αμέσως μετά η διάψευση: «μα τα δάκρυα είναι στείρα σύμβολα. Η αγάπη είν’ αργή».
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του έργου: το AIDS εμφανίζεται ως καθεστώς χρόνου. Ως εμπειρία όπου η αγάπη αργεί πάντα λίγο περισσότερο απ’ όσο αντέχει το σώμα. Όπου η φροντίδα δεν υπόσχεται αποτέλεσμα. «Μόνο φιλάει και ξαναζωντανεύει το νεκρό ίσως μάταια». Το «ίσως μάταια» δεν αναιρεί την πράξη· τη βαραίνει. Την καθιστά ανθρώπινη.
Η μουσική δεν συνοδεύει. Κολλάει στο πρόσωπο σαν πέπλο και μέσα από αυτό βλέπουμε όσα συμβαίνουν στη σκηνή, πάνω στη μεγάλη μαύρα σκάλα. Στην αρχή καμπάνες και αέρας -σαν να είσαι σε νησί, σαν αναπνοή που δεν ξέρεις αν έρχεται ή φεύγει. Γίνεται ρέκβιεμ: μουσική μνήμης για όσους έφυγαν, για όσους φεύγουν τώρα μπροστά στα μάτια μας.
Και μετά γίνεται τρικυμία. Τα σώματα πια κυλούν ορμητικά, παρασύρονται, σωρεύονται. Βλέπω κάποια από αυτά να σπαράζουν, σαν τα μέλη να διαχωρίζονται από το σώμα και να πέφτουν παραδίπλα σε άλλον ρυθμό. Ο Θοδωρής Κουρεντζής δεν διευθύνει απλώς την ορχήστρα· ακόμα και το σώμα του γίνεται σαν αφηγητής μιας ιστορίας που δεν έχει αρχή και τέλος, μόνο κύματα.
Η τελετουργία της αρχής είναι καθαρή και επικίνδυνη: δύο άνδρες περπατούν πάνω στο τραπέζι. Τρυπούν το χέρι. Το αίμα στάζει στο ποτήρι. Σφίγγουν τα χέρια. Θυμίζουν την δεξίωση, την χειραψία που εμφανίζεται για πρώτη φορά στις επιτύμβιες στήλες κοντά στο 430 π.Χ. Ο αποχαιρετισμός του νεκρού προς τον ζωντανό, αλλά και η υπόσχεση ότι δεν θα χαθεί ποτέ αυτός ο δεσμός, θα είναι πάντα ζωντανός. Έτσι αρχίζει η παράσταση, πριν εμφανιστούν τα έκπτωτα σώματα, μετά τις καμπάνες και τον αέρα, πριν ακουστούν οι πρώτες λέξεις «αυτός ο χτύπος σημαίνει θάνατο».
Μέσα στο μαύρο σκηνικό, τους μαυροφορεμένους που κατρακυλούν, ένα γυμνό σώμα εμφανίζεται. Ακίνητο σχεδόν. Γλιστρά θαρρείς λόγω των κραδασμών στη σκάλα. Ο πρώτος νεκρός; Ο νεκρός που εδώ μνημονεύεται αλλιώς, σαν ένα όνομα που υψώνεται πάνω στα σκαλιά; Τα γυμνά σώματα πληθαίνουν.
Βλέπεις ελλειπτικές Pietà, προάγγελους αυτής που θα εμφανιστεί με τον άνδρα που κατεβαίνει τα σκαλιά από ψηλά, αργά, με στέρεα βήματα, κρατώντας στα χέρια το νεκρό σώμα, για να το ακουμπήσει στο τραπέζι, να πιεί από το ποτήρι με το αίμα και να φιλήσει τον νεκρό -ίσως μάταια. Το αίμα κυλάει στο σώμα του, θυμάμαι πάλι επιτύμβιες στήλες και αγγεία με τιμές σε νεκρούς πολέμου.
Στο τέλος, όλα τα σώματα συγκεντρώνονται πάνω στο μεγάλο τραπέζι της σκηνής και πέφτουν, ένα ένα, στο πάτωμα. Ο γδούπος δεν είναι θεατρικός. Είναι ο κρότος του θανάτου. Στον τελευταίο ήχο, η καρδιά χτυπά αλλιώς. Ο θρήνος σε διαποτίζει.
Το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα, δεν ζητά να θυμηθούμε τι ήταν το AIDS. Ζητά να αναγνωρίσουμε πώς μοιάζει ένας κόσμος όπου ο έρωτας, η φιλία και το σώμα συνυπάρχουν με τη μόνιμη απειλή απώλειας. Γιατί κάθε γενιά έχει τη δική της σκάλα.
Στο τέλος, με το χειροκρότημα να διαρκεί για τουλάχιστον δέκα λεπτά, ακόμα και η αποχώρηση από την σκηνή δεν αποκλίνει από τον πυρήνα του έργου. Αποχωρούν ανεβαίνοντας με ορμή την σκηνή, μαζί τους και ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, για να επιστρέψουν ξανά με ένα ποδοβολητό ορμής, στον αντίποδα των γδούπων, καθώς το χειροκρότημα συνεχίζεται. Οι ερμηνευτές επιτελούν έναν σωματικό άθλο. Μια μέρα πριν την πρεμιέρα έκλεισε και η πρώτη διεθνής παρουσίαση του έργου στο εξωτερικό -ήταν σχεδόν αναμενόμενο. Θα ταξιδέψει στο Théâtre du Châtelet, και αυτή είναι σίγουρα η αρχή μιας μεγάλης περιοδείας στον κόσμο.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο