Καθώς οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας εκείνη τη Δευτέρα της 28ης Οκτωβρίου 1940 μ’ ένα δαιμονισμένο ήχο ξυπνούσαν τους Αθηναίους, ψηλά, πάνω από τις κορυφογραμμές της Πάρνηθας εμφανίστηκαν τα πρώτα ιταλικά αεροπλάνα. Στόχος το αεροδρόμιο του Τατοΐου, που ήταν το παλαιότερο και σε συνεχή λειτουργία από το 1918 στρατιωτικό αεροδρόμιο της χώρας. Οι Ιταλοί ανενόχλητοι έριξαν τις πρώτες βόμβες στο αεροδρόμιο, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.
Όπως ανέφερε το 2020 στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πτέραρχος Γεώργιος Πλειώνης, που τη ημέρα εκείνη ως δευτεροετής ίκαρος βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της Σχολής Αεροπορίας στο αεροδρόμιο, «τότε διοικητής στο Τατόι ήταν κάποιος σμήναρχος Φαλκονάκης. Από ό,τι λέγανε τον καιρό εκείνο δεν έδρασαν τ’ αντιαεροπορικά που είχαμε, διότι αυτός είπε ‘’μην βαράτε είναι δικά μας’’, ενώ ήταν τρικινητήρια ιταλικά. Εμείς δεν είχαμε τρικινητήρια αεροσκάφη. Αυτά διέσχισαν το Τατόι από ανατολάς προς δυσμάς. Είχανε πάει προς την Κάρυστο, περάσανε μετά από το Τατόι και αφήσανε τις βόμβες. Οι βόμβες δεν έπεσαν στην περιοχή που ήταν τα κτίρια της Σχολής Ικάρων, και η ζημιά που κάνανε ήταν αρκετή, αλλά από ό,τι θυμάμαι είχαμε μόνο έναν τραυματία. Εμάς μας διέταξαν και πήγαμε σ’ ένα ρέμα δυτικά των κτιρίων, και εκεί τη βγάλαμε. Μέχρι το μεσημέρι δεν είχαμε άλλη επίθεση. Τις άλλες ημέρες για λόγους προστασίας μας παίρνανε πρωί-πρωί όλη τη σχολή, ήταν και οι πρωτοετείς και οι τριτοετείς μέσα, και μας πηγαίνανε στο ρέμα του Κόττου που κατεβαίνει από την Κηφισιά».
Το αεροδρόμιο βομβαρδίστηκε την πρώτη ημέρα του πολέμου από δέκα ιταλικά αεροπλάνα. Όταν είχαν πέσει ήδη οι πρώτες βόμβες, απάντησαν τ’ αντιαεροπορικά.
Όπως αναφέρει ο αεροπόρος Ηλίας Καρταλαμάκης, που ως τριτοετής ίκαρος βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της σχολής, «τ’ αντιαεροπορικά άρχισαν τη δράση τους, για να συμπληρώσουν την πρώτη πολεμική εικόνα της Αττικής, με “ήχο και θέαμα” από τις κανονιές και τις εκρήξεις των αντιαεροπορικών οβίδων πάνω από το Τατόι. Όμως, δεν ήταν παρά μια ακίνδυνη τιμητική υποδοχή των ιταλικών βομβαρδιστικών, αφού τα αντιαεροπορικά κανόνια του αεροδρομίου δεν έφταναν πιο πάνω από 3.000 μέτρα, και η πρακτική αξία της βολής ήταν μηδέν στα εκατό».
Σύμφωνα με τον συνάδελφό του αεροπόρο σμήναρχο Γ. Αναγνωστόπουλο, «ο Φαλκονάκης, (τότε στρατοπεδάρχης και διοικητής της Σχολής Αεροπορίας), καλά έκανε και δεν έδωσε εντολή να ρίξουν τα αντιαεροπορικά, αφού τα αεροπλάνα πετούσαν δύο φορές ψηλότερα από το δραστικό βεληνεκές των πυροβόλων στα 6000 μ.».
Η γερμανική πρεσβεία τότε στην Αθήνα, μέσω του επιτετραμμένου της έλεγε: «Η Ιταλική αεροπορία επραγματοποίησε από πολύ μεγάλο ύψος και με σχεδόν ανύπαρκτη αντιαεροπορική άμυνα την πρώτη επίθεσή της κατά του Αεροδρομίου των Αθηνών. Το κατά το επακολουθήσαν ιταλικό ανακοινωθέν “καταστραφέν αεροδρόμιον” δεν υπέστη καμμία μεταβολή. Μία μόνο βόμβα έφτασε σε μια γωνιά του αεροδρόμιου, και εκτύπησε μερικές πέτρες ενός παραπήγματος. Οι υπόλοιπες βόμβες έπεσαν χιλιόμετρα μακρύτερα του αεροδρομίου, εις ένα χέρσο μέρος με μόνη επιτυχίαν να φονεύσουν έναν γέροντα χωρικόν και να τραυματίσουν δυο γυναίκες».
Διαφορετική άποψη διατυπώνει ο δρ Δημήτριος Βογιατζής, ιστορικός Μουσείου ΠΑ, υποστηρίζοντας ότι καμία από τις παραπάνω πληροφορίες δεν επιβεβαιώνεται από την υπηρεσιακή αναφορά του ΓΕΑ, που συντάχθηκε την ίδια μέρα. «Τα αντιαεροπορικά του αεροδρομίου έριξαν μόνο δύο βολές, από τις οποίες ήταν δύσκολο να προκληθεί ‘’ήχος και θέαμα’’ πάνω από τον ουρανό της Αττικής. Ο Φαλκονάκης και να ήθελε δεν μπορούσε να δώσει εντολή να μη ρίξουν τα αντιαεροπορικά, διότι απλούστατα δεν διέθετε μέσα επικοινωνίας με αυτά, παρόλο που, όπως γράφει στην αναφορά του, τα είχε αιτηθεί επανειλημμένως. Ο βομβαρδισμός δεν έγινε από τα 6.000 μέτρα, αλλά από τα 1.750 μέτρα, διαφορά διόλου αμελητέα. Αυτό σήμαινε ότι τα ιταλικά αεροπλάνα βρίσκονταν εντός του βεληνεκούς τόσο των βαρέων αντιαεροπορικών πολυβόλων (αυτών των 13,2 χιλ.) όσο και των ελαφρών πυροβόλων (αυτών των 37 χιλ.), που προστάτευαν τη Βάση. Μόνο τα πολυβόλα των 7,7 χιλ. δεν τα έφταναν. Σύμφωνα με την αναφορά, χτυπήθηκαν οι εξής στόχοι: μία από τις περιοχές χαρακωμάτων αεράμυνας, μία σκηνή, η οποία καταστράφηκε, καθώς και ο νοτιοδυτικός τοίχος του μεγάλου κτηρίου αξιωματικών, ο οποίος κατέρρευσε».
Συνεχίζοντας ο κ. Βογιατζής, αναφέρει: «Χτυπήθηκαν επίσης το ένα από τα δύο υπόστεγα που στέγαζαν μέρος των αεροπλάνων της Σχολής Αεροπορίας (και το οποίο διατρήθηκε χωρίς ευτυχώς να εκραγεί η βόμβα), και η περιοχή διασποράς των αεροπλάνων».
Σύμφωνα με τον κ. Βογιατζή, κατά τη διάρκεια του πολέμου έδρευαν στο αεροδρόμιο δυο βρετανικές Μοίρες με ελαφρά βομβαρδιστικά «Blenheim», που έδρασαν αρχικά κατά των Ιταλών και στη συνέχεια κατά των Γερμανών.
Τα πρώτα, και αφανή θύματα του Β΄ΠΠ στην Ελλάδα
Σε πείσμα των υπερβολών περί «αόμματων» Ιταλών αεροπόρων, αν ληφθεί υπόψη ο μικρός αριθμός των αεροπλάνων (δέκα), συμπληρώνει ο κ. Βογιατζής, «το ποσοστό ευστοχίας τους θεωρείται καλό για τα δεδομένα του Β΄ΠΠ. Το γεγονός ότι δεν υπήρξαν περισσότερες ζημιές ή θύματα οφείλεται στο μικρό μέγεθος των βομβών (50 κιλά) και στο ότι δεν εξερράγη η βόμβα εντός του υποστέγου. Η σειρά ρίψης των βομβών, όπως υποδεικνύεται από την υπηρεσιακή αναφορά, ερμηνεύεται ως ρίψη βομβών από μεμονωμένα αεροσκάφη κατά βούληση και όχι ‘’στικ’’ βομβαρδισμού με ομαδική ρίψη».
Σημειώθηκαν δύο τραυματισμοί, υπογραμίζει ο κ. Δημήτριος Βογιατζής, «ενός σμηνίτη των αντιαεροπορικών, του Ν. Αντωνίου, κι ενός ιδιώτη από το Μενίδι, του Σοφοκλή Πέππα. Ο σαραντάχρονος Πέππας είναι ο ‘’γέροντας χωρικός’’, που προ-αναφέρθηκε από τον Von Ehrbach (σ.σ. ο γερμανός πρέσβης) ως το μόνο ανθρώπινο θύμα του βομβαρδισμού.
Σύμφωνα με τον κ. Βογιατζή, ο Πέππας κατέληξε μερικές μέρες μετά τον τραυματισμό του, και συγκαταλέγεται (μαζί με τους νεκρούς πολίτες κατά τον τορπιλισμό της Έλλης), στα πρώτα (και αφανή) θύματα του Β΄ΠΠ στην Ελλάδα.
Από το βομβαρδισμένο Τατόι στο Άργος
Τις επόμενες ημέρες από το θρυλικό «ΟΧΙ», ξεκίνησε η μεταφορά των σπουδαστών της Σχολής Αεροπορίας, μαζί με τα αεροσκάφη της σχολής στο Άργος, όπως προβλεπόταν σε σχέδιο διασποράς. Εκεί οι μαθητές της 9ης και της 10ης σειράς Ικάρων συνέχισαν την εκπαίδευσή τους πετώντας από πρόχειρο αεροδρόμιο, ανάμεσα σε ελαιώνες.
«Ύστερα από έναν μήνα (σ.σ. μετά την ιταλική επίθεση) αποφάσισαν και μας μετέφεραν στο Άργος. Μας εγκατέστησαν στα σχολεία του Άργους και κάναμε πτήσεις σε χωράφι», ανέφερε το 2020, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο ο πτέραρχος Γεώργιος Πλειώνης.
Τον Απρίλιο του 1941, μετά την ολοκληρωτική κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας από τους Ναζί, η Σχολή Αεροπορίας θα μεταφερθεί εσπευσμένα στην Κρήτη, και από εκεί λίγο πριν την κατάληψη της νήσου από τους Γερμανούς, στα τέλη Μαΐου 1941, κάτω από δραματικές συνθήκες, οι ίκαροι μέσω θαλάσσης θα μεταφερθούν στην Αίγυπτο.
Συνολικά μόλις εννέα εναπομείναντα αεροσκάφη διαφόρων τύπων της Πολεμικής Αεροπορίας, κατάφεραν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή, όπου οι Έλληνες αεροπόροι εξοπλισμένοι με νέα αεροσκάφη, θα συνεχίσουν τον αγώνα κάτω από βρετανική διοίκηση, υψώνοντας την ελληνική σημαία «πετώντας σε ξένους ουρανούς», τη στιγμή που η χιτλερική σβάστικα μόλυνε τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.